Σωματείο Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας
Με αφορμή τα πρόσφατα τραγικά περιστατικά αυτοκτονιών και αποπειρών στον Ισθμό και την Ηλιούπολη, θα θέλαμε ως Σωματείο Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης Εξαρτήσεων να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις και προβληματισμούς.
Η αυτοκτονία είναι ένα δραματικό συμβάν, με εκατοντάδες απόπειρες ετησίως και στη χώρα μας, που πλήττει και τον περίγυρο του αυτόχειρα. Για το λόγο αυτό, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.), ήδη από τη δεκαετία του 1990 πρότεινε την αναγνώριση της αυτοκτονίας ως ζήτημα δημόσιας υγείαςκαι την ανάπτυξη εθνικών προγραμμάτων πρόληψης, που να συνδέονταιμε τις πολιτικές δημόσιας υγείας για την ενεργοποίηση της κοινής γνώμης.Τα τελευταία χρόνια οι έρευνες δείχνουν επιβάρυνση στην ψυχική υγεία των εφήβων στην Ελλάδα:από το 2018 ως το 2022 παρατηρήθηκε έντονη επιδείνωση στα σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματά τους (HBSC), ενώ με βάση τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών στην Ελλάδα, σημειώθηκε αυξητική τάση από το 2023 ως το 2025 και από τις καταγεγραμμένεςαυτοκτονίες, περίπου 11,2% αφορούσε άτομα 15-24 ετών για το 2025, στοιχείο που δείχνει την ανάγκη για έγκαιρη πρόληψη και ψυχολογική υποστήριξη (Κλίμακα, 2026)
Το άτομο που οδηγείται στο να αναπτύξει αυτοκτονικό ιδεασμό και ενδεχομένως σε απόπειρα, συνήθως διακατέχεται από έντονα, δυσφορικά συναισθήματα, όπως απογοήτευση, απελπισία, ενοχές, ντροπή, μοναξιά (Γκαλέμη, Μπαλή &Δουζένης, 2015· Δημούλης&Μπασιώτη, 2018). Αν και συνήθως προϋπάρχει κάποια σοβαρή ψυχική διαταραχή, όπως κατάθλιψη, σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρχε κάποια διάγνωση. Η απόφαση μπορεί να παρθεί μετά από ένα παρατεταμένο διάστημα με αυτοκτονικό ιδεασμό, αλλά είναι πιθανό να είναι στιγμιαία, αν το άτομο αντιμετωπίζει μια κατάσταση αιφνίδιας κρίσης (Kimetal., 2015).
Οι παράγοντες κινδύνου, εκτός από την ύπαρξη μιας ψυχικής διαταραχής μπορεί να είναι σοβαράπροβλήματασωματικής υγείας, οικονομικά ή νομικά προβλήματα, προσωπικές, ερωτικές απογοητεύσεις ή αποτυχίες, σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική κακοποίηση (Kretschmar, Butcher&Flannery, 2014· Lutwak, Dill&Saliba, 2013· Miller, Esposito-Smythers, Weismoore&Renshwaw, 2013· Plener, Singer&Goldbeck, 2011· Stack&Scourfield,2015), όμως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες και συνήθως περισσότεροι από ένας λειτουργούν επιβαρυντικά για ένα άτομο ώστε να αρχίσει να έχει αυτοκτονικό ιδεασμό και να οδηγηθεί σε απόπειρα, που συχνά παρατηρείται αύξησή τους σε περιόδους κοινωνικοοικονομικών κρίσεων (Khanget al., 2005·Kimet al.,2004·Stuckleret al., 2009·Μπούρας &Λύκουρας, 2011). Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν είναι μια απλή διαδικασία το να προσδιοριστούν τα αίτια που οδήγησαν κάποιον αυτόχειρα στην απόφαση αυτή και μπορεί να είναι εσφαλμένο και επιβαρυντικό να επιρρίπτονται ευθύνες στο οικείο περιβάλλον και την οικογένεια που πενθεί για τον αυτόχειρα ή ανησυχεί για το μέλος της οικογένειας που έκανε απόπειρα.
Αυτή η γενιά των εφήβων από νωρίς εκτέθηκε σε μια αλληλουχία κρίσεων: οικονομική, προσφυγική, υγειονομική, γεωπολιτική κρίση, μέσα στην οποία οι οικογένειές τους έχουν βιώσει εργασιακή και οικονομική ανασφάλεια, με ψυχοκοινωνικές συνέπειες που αφήνουν το αποτύπωμά τους και στις ενδοοικογενειακές σχέσεις, ενώ παράλληλα αποδυναμώνονται οι δομές υποστήριξης και οι θεσμοί κοινωνικού κράτους, κάτι που αυξάνει το άγχος και την ανασφάλεια τόσο στους γονείς όσο και στους εφήβους, οι οποίοι δεν μπορούν να θέσουν μακροπρόθεσμους στόχους (Gouga, 2021· Παναγόπουλος& συν., 2023· Tσίτσικα, 2024· Νικολαΐδης 2024).
Ταυτόχρονα, φαίνεται και σε άλλες έρευνες να απομακρύνονται οι έφηβοι από το σχολείο, ότι υπάρχει απαξίωση της παιδείας που σχετίζεται και με μια κουλτούρα που καλλιεργείται διαδικτυακά με την έμφαση στο εύκολο κέρδος, την εμφάνιση και γενικότερα τις άμεσες αμοιβές και στόχους, ενώ εκφράζεται και θυμός με πιθανές πηγές την αβεβαιότητα και τις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, καθώς και το έλλειμμα προοπτικής (Τσίτσικα, 2024).
Οι έφηβοι και οι νέοι βιώνουν έντονες πιέσεις για επίδοση στο σχολείο και για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια, σε ένα σύστημα εκπαίδευσης επικεντρωμένο στη γνώση και στη βαθμολόγηση, αποκομμένο σχεδόν από τον παιδαγωγικό του χαρακτήρα, είναι εκτεθειμένοι από νωρίς σε επιρροές των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και αυτό επιδρά στην αυτοαντίληψή τους και στην αίσθηση του αν γίνονται αποδεκτοί και αυξάνει την πίεση για τελειομανία και κατ’ επέκταση το άγχος τους, ενώ ζουν σε ένα αβέβαιο περιβάλλον, όπου και οι ενήλικες αντιμετωπίζουν πλέον κι εκείνοι ανασφάλεια. Όλα αυτά τους κάνουν να νιώθουν ότι δεν θα γίνουν αποδεκτοί ή δεν θα τους κατανοήσουν και δυσκολεύονται να νοηματοδοτήσουν τα βιώματά τους σε μια ηλικία αναζήτησης και έντονης πίεσης.
Παρόλο που οι έρευνες για την εφηβική υγεία [HBSC]δείχνουν να διατηρείται ένα υψηλό ποσοστό εφήβων στην Ελλάδα που θεωρούν εύκολο να μιλήσουν με τους γονείς τους και που νιώθουν να έχουν την υποστήριξή τους και γονική επίβλεψη, ωστόσο σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν, οι δείκτες αυτοί έχουν μειωθεί, ενώ υπάρχει και ένα ποσοστό εφήβων (14%) που δηλώνει ότι δεν είναι εύκολο να μιλήσει με κανέναν γονιό (Σταύρου & συν., 2024), κάτι που πιθανόν να σχετίζεται με τις αυξημένες ώρες εργασίας των γονέων ή την ανάγκη να έχουν δύο θέσεις εργασίας για να αντεπεξέλθουν στα οικογενειακά έξοδα.
Η Πολιτεία μπορεί και οφείλει να ενισχύσει την ευαισθητοποίηση των μαθητών σε θέματα ψυχικής υγείας και πρόληψης στα σχολεία και να στηρίξει το έργο των φορέων ψυχικής υγείας, αλλά και να προωθήσει την καταπολέμηση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας (Δημούλης&Μπασιώτη, 2018· Κλίμακα, 2022· Σταυριανάκος& συν., 2014).Αντ’ αυτών, αποδυναμώνει τις δομές, τις αφήνει μετέωρες, με αβεβαιότητα για τη συνέχιση της λειτουργίας τους μετά το 2027, χωρίς να τις ενισχύει, αντιθέτως συγχωνεύοντας δομές ψυχικής υγείας και απεξάρτησης, που είχαν εμπειρίαχρόνων και μη διασφαλίζοντας το μέλλον για δομές με δεσμούς στην Κοινότητα όπως τα Κέντρα Πρόληψης, που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν υποστηρικτικό ρόλο απαρτιωτικά για την πρόληψη των προβλημάτων συμπεριφοράς, ψυχικής υγείας κι εξαρτήσεων με δωρεάν παροχή υπηρεσιών, αλλά αντιθέτως, εγκαινιάζει φορείς για μεμονωμένα προβλήματα βραχύβιας διάρκειας, αφήνοντας στην ουσία ανοιχτό το πεδίο σε ιδιώτες, σε μια περίοδο που όσοι θα έχουν ανάγκη τις υπηρεσίες αυξάνονται σε αριθμό, αλλά θα μειώνεται η δυνατότητά τους να αντεπεξέλθουν οικονομικά, επομένως θα είναι προνόμιο για λίγους.
Η πρόληψη των αυτοκτονιών, όπως και άλλων θεμάτων ψυχικής υγείας, προβλημάτωνσυμπεριφοράς και εξαρτήσεων δεν εξαντλείται σε συνθήματα και ευχολόγια, αλλά απαιτεί δράσεις και από την Πολιτεία, πέραν εκείνες των στελεχών των Κέντρων Πρόληψης.
Έργο της Πρόληψης είναι να αποκτήσουν παιδιά, έφηβοι και νέοι όραμα, να μπορούν να διαμορφώνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, να αναπτύξουν ικανότητες έκφρασης, διαχείρισης συναισθημάτων και σχέσεων, αλλά και να ενισχυθεί ο ρόλος των ενηλίκων που συμβάλλουν, όπως οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί, με στήριξη στον ρόλο τους και στη συνεργασία μεταξύ τους, στην ανάπτυξη της επικοινωνίας με τα παιδιά και τους εφήβους, την πρόληψη κι αντιμετώπισης προβλημάτων που μπορεί να εμφανιστούν, καθώς και η ενεργοποίηση της τοπικής κοινωνίας και της Πολιτείας για ευαισθητοποίηση σε θέματα πρόληψης εξαρτήσεων και ψυχικής υγείας, για να συμβάλλει σε αυτή και για τη στήριξη της οικογένειας και των μελών της.
Η αυτοκτονία δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς αν περιοριστεί μόνο στο επίπεδο της ατομικής ψυχοπαθολογίας ή της προσωπικής κρίσης. Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο αναδεικνύει τις αντιφάσεις, τις ανισότητες και τις μορφές κοινωνικού αποκλεισμού που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Ακόμη περισσότερο όταν συμβαίνει στην εφηβική και πρώτη νεανική ηλικία με τις αυξημένες αντιφάσεις της. Οι έφηβοι, ως ιδιαίτερα ευάλωτη κοινωνική ομάδα, εκτίθενται συχνά σε πιέσεις που απορρέουν από την οικογένεια, το σχολείο, τις σχέσεις με τους συνομηλίκους, αλλά και από τις ευρύτερες κοινωνικές απαιτήσεις για επίδοση, προσαρμογή και επιτυχία. Τα πρότυπα της ομορφιάς, της ευεξίας, της υγείας, του εύκολου πλουτισμού και της επιτυχίας, γίνονται αξίες που η νεότητα πρέπει να αναμετρηθεί. Η αδυναμία ουσιαστικής ένταξης, η εμπειρία απόρριψης ή η αίσθηση κοινωνικής αορατότητας μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά, ιδίως όταν συνυπάρχουν με συνθήκες επισφάλειας, φτώχειας ή έλλειψης υποστηρικτικών δικτύων. Σε αυτό το πλαίσιο, η αυτοκτονία δεν αποτελεί απλώς ατομική πράξη απόγνωσης, αλλά και κοινωνικό σύμπτωμα, το οποίο αντανακλά τη διάρρηξη των δεσμών κοινωνικής συνοχής και την αποδυνάμωση των μηχανισμών φροντίδας και αλληλεγγύης.
Παράλληλα, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της αυτοκτονίας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο το φαινόμενο γίνεται αντιληπτό και νοηματοδοτείται δημόσια. Συχνά, ο δημόσιος λόγος την περιβάλλει με σιωπή, ηθικολογική αποτίμηση ή στιγματισμό, συμβάλλοντας έτσι στην αποπολιτικοποίηση και εξατομίκευση του προβλήματος. Από την άλλη πλευρά, η αυτοκτονία, αιτιολογείται πολύ συχνά ως μια ατομική επιλογή που συνδέεται με συγκεκριμένες βιοψυχολογικες ρίζες όπου η οικογένεια διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο.
Αυτή η οπτική συσκοτίζει τις κοινωνικές συνθήκες που παράγουν ή εντείνουν την αυτοκτονική συμπεριφορά, μεταθέτοντας την ευθύνη αποκλειστικά στο άτομο και αποτρέποντας μια ουσιαστικότερη θεώρηση των δομικών αιτίων. Επομένως, η εφηβική αυτοκτονία μπορεί να ιδωθεί και ως ένδειξη κοινωνικής παθογένειας, στο μέτρο που αποκαλύπτει τις ανεπάρκειες των θεσμών κοινωνικοποίησης και την αδυναμία της κοινωνίας να προστατεύσει αποτελεσματικά τα πιο ευάλωτα μέλη της.