
Η συζήτηση για το ασφαλιστικό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια ούτε ζήτημα «επενδυτικών εργαλείων». Είναι βαθιά πολιτική επιλογή: θα παραμείνει η κοινωνική ασφάλιση θεσμός αλληλεγγύης και συλλογικής προστασίας ή θα μετατραπεί σε ατομικό στοίχημα στις αγορές;
Η κυβέρνηση, με νομοσχέδιο που ετοιμάζει, προωθεί την ενίσχυση των επαγγελματικών ταμείων, παρουσιάζοντάς τα ως λύση στο δημογραφικό πρόβλημα και στη «βιωσιμότητα» του συστήματος. Όμως τα επαγγελματικά ταμεία, ως σχήματα καθορισμένων εισφορών, δεν εγγυώνται παροχές. Μεταφέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο στον εργαζόμενο και μετατρέπουν τη σύνταξη από κοινωνικό δικαίωμα σε χρηματοοικονομικό προϊόν. Αν οι αγορές πάνε καλά, έχεις να πάρεις, αν όχι, χάνεις. Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική — είναι ιδιωτικοποίηση του ρίσκου.
Το επιχείρημα του κράτους ότι «δεν βγαίνουν τα νούμερα», λόγω γήρανσης του πληθυσμού είναι βολικό, αλλά αποσπασματικό. Το δημογραφικό είναι υπαρκτό, όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη σταδιακή αποδόμηση του δημόσιου πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης. Η κοινωνική ασφάλιση δεν είναι λογιστικό μέγεθος, αλλά μηχανισμός αναδιανομής, κοινωνικής συνοχής και προστασίας από τη φτώχεια στην τρίτη ηλικία.
Παράλληλα απαιτούνται πολιτικές που να μειώνουν δραστικά τον ημερήσιο και εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας, χωρίς καμία μείωση αποδοχών — αντίθετα, με ουσιαστική αύξησή τους. Παράλληλα, είναι αναγκαία η μείωση των συνολικών ετών εργασίας και των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, ώστε ο παραγόμενος πλούτος να μεταφράζεται σε περισσότερο ελεύθερο χρόνο και καλύτερη ποιότητα ζωής για τους εργαζόμενους.
Η ραγδαία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών — της πληροφορικής, της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης — αυξάνει εντυπωσιακά την παραγωγικότητα της εργασίας τόσο στη βιομηχανία όσο και στις υπηρεσίες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος καρπώνεται αυτό το όφελος. Αν δεν εφαρμοστούν πολιτικές αναδιανομής, η υπεραξία που παράγεται από την τεχνολογική πρόοδο θα συσσωρεύεται αποκλειστικά στους εργοδότες, στο μεγάλο κεφάλαιο και στους μηχανισμούς του κράτους που υπηρετούν αυτή τη στρατηγική.
Η τεχνολογική πρόοδος θα έπρεπε να αποτελεί εργαλείο κοινωνικής απελευθέρωσης και όχι μηχανισμό εντατικοποίησης της εργασίας και διεύρυνσης των ανισοτήτων. Ο πλούτος που παράγεται συλλογικά οφείλει να επιστρέφει συλλογικά στην κοινωνία.
Με άλλα λόγια, απαιτείται σαφής πολιτική επιλογή υπέρ των εργαζομένων: ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που κυριαρχούν στη χώρα μας και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υιοθέτηση ενός μοντέλου που θέτει στο επίκεντρο τις κοινωνικές ανάγκες και όχι την κερδοφορία του κεφαλαίου.
Όσοι σήμερα επικαλούνται «αντικειμενικές δυσκολίες» οφείλουν να λογοδοτήσουν για τις πολιτικές που αποδυνάμωσαν διαχρονικά τα αποθεματικά των Ταμείων. Για τα θαλασσοδάνεια προς βιομηχάνους τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Για τις υποχρεωτικές άτοκες καταθέσεις στην Τράπεζα της Ελλάδος, σε περιόδους που ο πληθωρισμός έφτανε το 20% και 30%, διαβρώνοντας την αξία των αποθεματικών. Για τη συμμετοχή στη χρηματιστηριακή φούσκα και τα δομημένα ομόλογα των κυβερνήσεων Σημίτη. Για το «κούρεμα» (PSI) των αποθεματικών την περίοδο των μνημονίων, όταν τα Ταμεία πλήρωσαν βαρύ τίμημα.
Δεν μπορεί, λοιπόν, το ίδιο κράτος που επί δεκαετίες αξιοποιούσε τα αποθεματικά ως εργαλείο χρηματοδότησης άλλων πολιτικών επιλογών, να εμφανίζεται σήμερα ως ουδέτερος διαχειριστής που «αναγκάζεται» να περιορίσει τον δημόσιο χαρακτήρα της ασφάλισης.
Η σημερινή νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ επιταχύνει αυτή τη μετάβαση. Η μείωση των εργοδοτικών εισφορών παρουσιάζεται ως δήθεν έμμεση ενίσχυση των εργαζομένων, ενώ στην πράξη αποδυναμώνει τα έσοδα του συστήματος και μεταφέρει το βάρος είτε στους ίδιους τους ασφαλισμένους είτε στον κρατικό προϋπολογισμό. Το αφήγημα της «αύξησης» του καθαρού μισθού δεν μπορεί να κρύψει ότι κάθε μείωση εισφορών σημαίνει λιγότερους πόρους για συντάξεις, υγεία και κοινωνική προστασία.
Η ενίσχυση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα της ασφάλισης δεν είναι ιδεοληψία είναι αναγκαιότητα. Σημαίνει:
Σταθερή και επαρκή κρατική χρηματοδότηση.
Αποκατάσταση των απωλειών των αποθεματικών και θεσμικές εγγυήσεις προστασίας τους.
Διεύρυνση της εισφοροδοτικής βάσης μέσω αύξησης της απασχόλησης και καταπολέμησης της εισφοροδιαφυγής.
Διατήρηση εγγυημένων παροχών που δεν εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις των αγορών.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «δημοσιονομική προσαρμογή ή κατάρρευση». Είναι αν θα επιλεγεί ένα σύστημα βασισμένο στην κοινωνική αλληλεγγύη και στον αναδιανεμητικό χαρακτήρα που θα δίνει αξιοπρεπείς συντάξεις, με την εγγύηση του κράτους.
Η κοινωνική ασφάλιση κατακτήθηκε, με αγώνες, ως συλλογικό δικαίωμα και δεν μπορεί να μετατραπεί σε ατομική ευθύνη. Απαιτείται η ενίσχυση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα του συστήματος ασφάλισης και όχι η συρρίκνωσή του στο όνομα των νεοφιλεύθερων επιλογών υπέρ της αγορών.