
Οι περισσότερες εισηγήσεις των επιστημονικών και εργοδοτικών φορέων συγκλίνουν σε αύξηση του κατώτατου μισθού γύρω στο 4% (περίπου 35 ευρώ), με εύρος προτάσεων από 2,5% έως 5%. ΙΟΒΕ και Τράπεζα της Ελλάδος κινούνται πιο συγκρατημένα, συνδέοντας την αναπροσαρμογή με πληθωρισμό και παραγωγικότητα, ενώ το ΚΕΠΕ και το ΙΝΣΕΤΕ θεωρούν ότι «...μια αύξηση έως 4% μπορεί να απορροφηθεί χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας...». Οι εργοδοτικοί φορείς ζητούν παράλληλα μείωση του μη μισθολογικού κόστους και φορολογικές ελαφρύνσεις.
Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία της ΓΣΕΕ, χωρίς να οργανώνει κανέναν δικδικητικό αγώνα και με μειωμένη, δυστυχώς, την αξιοπιστία της, λόγω των σκανδάλων και της αποξένωσής της από τις ανάγκες της εργατικής τάξης και τις μετατροπής της σε φορέα διαχείρησης ευρωπαϊκών και κρατικών προγραμμάτων!!! θέτει ως στόχο έναν κατώτατο μισθό που να ανταποκρίνεται σε επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, προτείνοντας υψηλότερη αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού.
Η διαδικασία καταλήγει στην κυβέρνηση, που έχει και την τελική απόφαση. Ωστόσο, οι εξελίξεις αναδεικνύουν την ανάγκη ο καθορισμός του ύψους του κατώτατου μισθού να επανέλθει στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), ώστε να αποτελεί προϊόν ουσιαστικής συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών και όχι μονομερούς κυβερνητικής απόφασης.