
Η ακρίβεια διώχνει τους νέους, η εργασία κρατά τους συνταξιούχους
Ραγδαία αύξηση καταγράφεται στο πρώτο τρίμηνο του 2026 στις αιτήσεις συνταξιοδότησης, με δεκάδες χιλιάδες νέες υποβολές, καθώς εντείνεται η ανησυχία για επερχόμενες αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα και στα όρια ηλικίας.
Τα στοιχεία του ΕΦΚΑ δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι ασφαλισμένοι επιλέγουν να κατοχυρώσουν την έξοδο από την εργασία πριν ξεκινήσει νέος γύρος αντιδραστικών παρεμβάσεων στο ασφαλιστικό. Οι αιτήσεις για κύρια σύνταξη έφτασαν το πρώτο τρίμηνο του έτους τις 58.213, αριθμός που ξεπερνά όλα τα αντίστοιχα τρίμηνα από το 2019 και μετά. Μόνο τον Μάρτιο υποβλήθηκαν 21.214 νέα αιτήματα, αυξημένα κατά 34,2% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2025, ενώ σε επίπεδο τριμήνου η αύξηση φτάνει το 21,2%.
Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο ενός μήνα, αλλά αποτυπώνει μια συνολική τάση μαζικής αποχώρησης εργαζομένων, που συνδέεται τόσο με την ανασφάλεια για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης όσο και με τη διαμόρφωση ενός εργασιακού τοπίου που εξαντλεί τους εργαζόμενους.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την τάση παίζει και το καθεστώς εργασίας των συνταξιούχων, που δίνει τη δυνατότητα σε περισσότερους εργαζόμενους να αποχωρούν ακόμη και πρόωρα από την εργασία, συνεχίζοντας όμως να εργάζονται ως συνταξιούχοι χωρίς να χάνουν τη σύνταξή τους. Η πολιτική αυτή αξιοποιείται από κυβερνήσεις και εργοδοσία ως εργαλείο διαχείρισης των ελλείψεων προσωπικού και ανακύκλωσης φθηνής και ευέλικτης εργασίας.
Η αντίθεσή μας στην εργασία των συνταξιούχων είναι σαφής. Οι συνταξιούχοι έχουν δικαίωμα σε αξιοπρεπή ζωή, ξεκούραση και πλήρη κοινωνική προστασία μετά από δεκαετίες δουλειάς και εισφορών, και όχι να εξαναγκάζονται να συνεχίζουν να εργάζονται για να συμπληρώσουν ένα εισόδημα που δεν επαρκεί.
Ταυτόχρονα, η επίκληση της «έλλειψης εργατικών χεριών» επιχειρεί να αποκρύψει τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος. Η κακοπληρωμένη εργασία, τα εξαντλητικά ωράρια, τα φθηνά μεροκάματα, η εκτόξευση του κόστους στέγασης, της ενέργειας και των ειδών πρώτης ανάγκης αναγκάζουν χιλιάδες εργαζόμενους – ιδιαίτερα νέους – να μεταναστεύουν στο εξωτερικό αναζητώντας καλύτερους όρους ζωής και εργασίας. Η πολιτική που διατηρεί χαμηλούς μισθούς και διαλύει τα εργασιακά δικαιώματα τροφοδοτεί το πρόβλημα και όχι η «έλλειψη διάθεσης για εργασία».
Την ίδια ώρα, η προοπτική νέας αναθεώρησης των ηλικιακών ορίων από το 2027, με πρόσχημα το δημογραφικό και τη βιωσιμότητα του συστήματος, λειτουργεί ως επιπλέον παράγοντας πίεσης για όσους βρίσκονται κοντά στη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Οι εργαζόμενοι σπεύδουν να κατοχυρώσουν δικαιώματα, φοβούμενοι νέα αύξηση των ορίων ηλικίας και επιβάρυνση των όρων συνταξιοδότησης.
Από το 2019 έως και τον Μάρτιο του 2026 έχουν κατατεθεί 1.414.359 αιτήσεις συνταξιοδότησης, ενώ τα τελευταία χρόνια οι ετήσιες αποχωρήσεις ξεπερνούν σταθερά τις 200.000. Για το 2026, στελέχη του ΕΦΚΑ εκτιμούν ότι το όριο αυτό θα ξεπεραστεί ξανά.
Η πραγματική απάντηση δεν βρίσκεται στη διεύρυνση της εργασίας των συνταξιούχων ούτε σε νέες αντιασφαλιστικές παρεμβάσεις. Απαιτείται ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα της Κοινωνικής Ασφάλισης, κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών μνημονιακών ανατροπών που λεηλάτησαν συντάξεις και δικαιώματα, πλήρης κρατική εγγύηση των συντάξεων και ουσιαστική στήριξη των ασφαλιστικών ταμείων.
Επιπλέον, είναι αναγκαία η μείωση των απαιτούμενων χρόνων ασφάλισης και των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν να απολαμβάνουν αξιοπρεπή σύνταξη και ανθρώπινη ζωή μετά από δεκαετίες εργασίας, και όχι να οδηγούνται σε εργασία μέχρι τα βαθιά γεράματα.