Η κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα

Πρωτομαγιά: 24ωρη απεργία προκήρυξαν ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ

Η ΚΡΙΣΗ, ΤΑ ΑΔΙΕΔΟΔΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ

Του Γιώργου Χαρίση  Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Αγγλικό Περιοδικό: Federation News (Issue 04- May 2026) και ως ένθετο στην εφημερίδα Morning Star

Η κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αποτυπώνεται εύστοχα ως «κρίση αδιεξόδου», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται από τον Απόστολο Καψάλη, πανεπιστημιακό και μελετητή του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος της Ελλάδας. Δεν πρόκειται απλώς για μια συγκυριακή κάμψη, αλλά για μια βαθύτερη δομική κρίση που συνδέεται τόσο με τις μεταβολές στην αγορά εργασίας όσο και με τα χαρακτηριστικά οργάνωσης και δράσης των συνδικάτων.

Ένα, από τα πιο εμφανή στοιχεία αυτής της κρίσης, είναι η διαρκής μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργαζομένων στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει δραστικά τις τελευταίες δεκαετίες, με ιδιαίτερα χαμηλή παρουσία στον ιδιωτικό τομέα, ενώ στους νέους εργαζόμενους τα ποσοστά είναι συχνά μονοψήφια. Αυτό υποδηλώνει όχι μόνο οργανωτική αδυναμία, αλλά και βαθύτερη αποξένωση των εργαζομένων από τα συνδικάτα.

Η μείωση αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Η αυξανόμενη εξατομίκευση της εργασίας και η ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος αποδυναμώνουν τη συλλογική δράση. Παράλληλα, και ιδιαίτερα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης (2010-2015) αλλά και σήμερα με την συντηρητική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) και της ακραίας νεοφιλελεύθερης πολιτικής της, την υποχώρηση των συλλογικών συμβάσεων και την κυριαρχία ευέλικτων μορφών απασχόλησης, ενισχύουν την αποδιάρθρωση των συλλογικών μορφών εκπροσώπησης, οδηγώντας σε περαιτέρω συρρίκνωση της συνδικαλιστικής επιρροής.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η δομή του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Παραδοσιακά, οργανώνεται σε τρία επίπεδα: το πρωτοβάθμιο των σωματείων και συλλόγων, το δευτεροβάθμιο των ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων, και το τριτοβάθμιο των συνομοσπονδιών. Στον ιδιωτικό τομέα, κορυφή αποτελεί η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, ενώ στον δημόσιο τομέα η Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων. Η διάκριση αυτή αντανακλά ιστορικές και θεσμικές ιδιαιτερότητες, αλλά ενισχύει τον κατακερματισμό του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η πολυεπίπεδη δομή, αν και θεωρητικά εξασφαλίζει εκπροσώπηση σε διαφορετικά επίπεδα, στην πράξη συχνά οδηγεί σε γραφειοκρατικοποίηση, επικάλυψη αρμοδιοτήτων και απομάκρυνση από τη βάση των εργαζομένων. Η ύπαρξη πολλών ενδιάμεσων βαθμίδων ενισχύει τις λογικές διαμεσολάβησης και περιορίζει την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων (2010-2015), υπήρξε μια βίαιοι ανατροπή των όρων εργασίας και της ζωής των εργαζομένων, αλλά και άλλων κοινωνικών στρωμάτων στην Ελλάδα, ενώ ήρθαν τα πάνω κάτω στο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, με τη δραστική υποχώρηση των συντηρητικών δεξιών, κεντρώων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και την άνοδο της Αριστεράς, αυτή η κατάσταση ελάχιστα επηρέασε τους συσχετισμούς και τον προσανατολισμό στο ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, ιδιαίτερα του ιδιωτικού τομέα, όπου η συμμετοχή των εργαζομένων στις διαδικασίες των συνδικάτων είναι πολύ χαμηλή.

Η μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, που ήρθε στην κυβέρνηση το 2015-2019, η ψήφιση και νέου μνημονίου με τους δανειστές και η απεμπόληση των δεσμεύσεων, για την εφαρμογή μιας φιλολαϊκής – φιλεργατικής πολιτικής και της κατάργησης των μνημονίων και της σύγκρουσης με τους δανειστές, απογοήτευσε τους εργαζόμενους και το λαό μας, με αποτέλεσμα να την ιδιώτευσή τους, την απομάκρυσή τους από την οργανωμένη δράση και την συντηρητικοποίηση τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται όλο και περισσότερο η ανάγκη αναδιοργάνωσης της δομής του συνδικαλιστικού κινήματος. Μια βασική κατεύθυνση την ενοποίηση των οργανωτικών δομών, τόσο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα όσο και μεταξύ διαφορετικών επιπέδων. Η προοπτική δημιουργίας ενιαίων μορφών εκπροσώπησης και μεγάλων, ισχυρών πρωτοβάθμιων συνδικάτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα σχήμα δύο επιπέδων: ισχυρά πρωτοβάθμια σωματεία και μια ενιαία συνομοσπονδία. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει τη γραφειοκρατία, να ενισχύσει τη συμμετοχή και να αποκαταστήσει τη σύνδεση με τους χώρους εργασίας.

Παράλληλα, ένα κρίσιμο ζήτημα είναι το φαινόμενο του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Πρόκειται για μορφές συνδικαλιστικής δράσης που, αντί να λειτουργούν ως φορείς υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων, ενσωματώνονται σε λογικές διαχείρισης και συναίνεσης με την εργοδοσία και το κράτος. Αυτή η ενσωμάτωση οδηγεί σε αποδυνάμωση της ταξικής αυτονομίας των συνδικάτων και ενισχύει την κρίση εμπιστοσύνης των εργαζομένων απέναντί τους.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη παίζει η γραφειοκρατική λειτουργία πολλών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η απόσταση ανάμεσα στις ηγεσίες και τη βάση των εργαζομένων έχει διευρυνθεί, ενώ συχνά οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων εμφανίζονται αποκομμένες από τις πραγματικές ανάγκες των χώρων εργασίας. Η γραφειοκρατικοποίηση αυτή δεν αποτελεί απλώς οργανωτικό πρόβλημα, αλλά επηρεάζει άμεσα την αποτελεσματικότητα και τη νομιμοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να εξεταστεί το φαινόμενο της συχνότητας των απεργιακών κινητοποιήσεων στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι η χώρα εμφανίζει υψηλό αριθμό απεργιών και στάσεων εργασίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη μεγαλύτερη αγωνιστικότητα ή διεκδικητική ισχύ. Αντίθετα, η επανάληψη απεργιών χωρίς επαρκή προετοιμασία, οργάνωση και συμμετοχή οδηγεί συχνά στον εκφυλισμό τους.

Οι απεργίες που προκηρύσσονται χωρίς ουσιαστική εμπλοκή των εργαζομένων, χωρίς σχέδιο κλιμάκωσης και χωρίς σαφείς στόχους, τείνουν να μετατρέπονται σε τυπικές διαδικασίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μειωμένη αποτελεσματικότητά τους, αλλά και τη σταδιακή απονομιμοποίηση του ίδιου του απεργιακού μέσου στη συνείδηση των εργαζομένων. Σε τέτοιες συνθήκες, η απεργοσπασία δεν εμφανίζεται πλέον ως αντικοινωνική πρακτική, αλλά ως «ρεαλιστική» επιλογή για τον εργαζόμενο που δεν βλέπει προοπτική επιτυχίας, πράγμα καταστροφικό για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων.

Η κατάσταση αυτή ενισχύει έναν φαύλο κύκλο: η χαμηλή συμμετοχή οδηγεί σε αναποτελεσματικές κινητοποιήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους ενισχύουν την απογοήτευση και την αποστασιοποίηση των εργαζομένων. Έτσι, το πρόβλημα δεν είναι η «έλλειψη αγώνων», αλλά η ποιότητα, η οργάνωση και η στρατηγική τους.

Συνολικά, το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση: μείωση της κοινωνικής του βάσης, ενσωμάτωση σε θεσμικές λογικές, γραφειοκρατική λειτουργία και περιορισμένη αποτελεσματικότητα των μορφών πάλης. Η υπέρβαση αυτής της κρίσης δεν μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από περισσότερες κινητοποιήσεις, αλλά απαιτεί μια βαθύτερη ανασυγκρότηση: επανασύνδεση με τους χώρους εργασίας, ενίσχυση της συμμετοχής των εργαζομένων και αποκατάσταση της ανεξαρτησίας και της αξιοπιστίας των συνδικάτων.

Η ενίσχυση των συνδικαλιστικών δυνάμεων, που υποστηρίζονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), τα τελευταία χρόνια σε αρκετές ομοσπονδίες του δημόσιου τομέα και στη ΑΔΕΔΥ, που αναδείχτηκε σε πρώτη δύναμη, καθώς και σε πολλά Εργατικά Κέντρα ων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, της Αθήνας και του Πειραιά, που επίσης είναι πρώτη δύναμη, δεν αποτελεί προϊόν κάποιας αγωνιστικής ανάτασης του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά οφείλεται κυρίως στην απογοήτευση των εργαζομένων, από της ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος και στην καλύτερη οργανωτική δομή των συνδικαλιστικών δυνάμεων του ΚΚΕ

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένος σε ένα αδιέξοδο που, αντί να ενισχύει τη συλλογική δράση, θα διευρύνει περαιτέρω την κρίση εκπροσώπησης στον κόσμο της εργασίας. Ταυτόχρονα, η απουσία ουσιαστικής ανασυγκρότησης ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω αποδυνάμωση των συλλογικών μορφών οργάνωσης, αφήνοντας τους εργαζόμενους ακόμη πιο εκτεθειμένους στις πιέσεις της αγοράς και στις μονομερείς επιλογές της εργοδοσίας και του κράτους.

Η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν αποτελεί απλώς μια οργανωτική αναγκαιότητα, αλλά μια βαθιά πολιτική και κοινωνική ανάγκη. Απαιτεί την ανανέωση των μορφών δράσης, την ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας στο εσωτερικό των συνδικάτων, τη διαμόρφωση σαφούς στρατηγικής με επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων, καθώς και την ενεργή συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων. Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η προσέγγιση των νέων εργαζομένων και των εργαζομένων σε επισφαλείς μορφές απασχόλησης, που σήμερα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός συλλογικών διαδικασιών.

Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η ανασύνδεση του συνδικαλιστικού κινήματος με ευρύτερα κοινωνικά αιτήματα και αγώνες, που αφορούν την ποιότητα ζωής, τα κοινωνικά δικαιώματα και τη δημοκρατία. Η υπέρβαση του κατακερματισμού, η ενίσχυση της ενότητας στη δράση και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των εργαζομένων προς τα συνδικάτα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αναζωογόνηση του κινήματος.

Σε τελική ανάλυση, το μέλλον του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα θα κριθεί από την ικανότητά του να μετασχηματιστεί ουσιαστικά, να επανακτήσει τον συλλογικό του χαρακτήρα και να λειτουργήσει ως πραγματικός εκφραστής και υπερασπιστής των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Η πρόκληση είναι μεγάλη, αλλά ταυτόχρονα αναγκαία, αν το συνδικαλιστικό κίνημα θέλει να αποκτήσει ξανά μαζικότητα, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα στον σύγχρονο κόσμο της εργασίας.



 

Νεότερη Παλαιότερη

نموذج الاتصال