
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μια «παράπλευρη συνέπεια» της αγοράς. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής επιλογής που αφήνει ανεξέλεγκτη την κερδοσκοπία και μετατρέπει τη στέγη από κοινωνικό δικαίωμα σε είδος πολυτελείας. Παρά τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για την πορεία της οικονομίας και τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, η πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες εργαζόμενοι στην Αθήνα είναι αποκαρδιωτική: ο μισθός δεν φτάνει ούτε για το ενοίκιο.
Η Ελλάδα στις πιο ακριβές χώρες της Ευρώπης για στέγαση.
Ένας εργαζόμενος με κατώτατο μισθό χρειάζεται το 153% των ακαθάριστων αποδοχών του για να νοικιάσει ένα τυπικό διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στην Αθήνα.
Με απλά λόγια, ακόμη και αν δώσει ολόκληρο τον μισθό του, δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπλέον… μισό μισθό μόνο για να εξασφαλίσει στέγη. Η Αθήνα βρίσκεται πλέον στην πέμπτη χειρότερη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών ως προς τη σχέση ενοικίων και εισοδήματος.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα πίσω από τα κυβερνητικά συνθήματα περί «ανάπτυξης» και «βελτίωσης των εισοδημάτων».
Η κυβέρνηση της ΝΔ επιμένει να παρουσιάζει τις μικρές αυξήσεις του κατώτατου μισθού ως μεγάλη κοινωνική πολιτική, την ώρα που το κόστος ζωής καταπίνει κάθε ευρώ πριν καν φτάσει στην τσέπη των εργαζομένων. Ενοίκια, ενέργεια, τρόφιμα και βασικά αγαθά αυξάνονται με ρυθμούς που ακυρώνουν κάθε υποτιθέμενη «ενίσχυση».
Την ίδια στιγμή:
- Η κοινωνική κατοικία στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά ανύπαρκτη, καθώς δεν υπάρχει σοβαρό δημόσιο πρόγραμμα στέγασης για εργαζόμενους, νέους και ευάλωτα νοικοκυριά.
- Η αισχροκέρδεια στην αγορά ακινήτων αντιμετωπίζεται με προκλητική ανοχή, χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους ή ρυθμίσεις.
- Η ανεξέλεγκτη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει εκτοξεύσει τις τιμές, διώχνοντας κατοίκους από τις γειτονιές τους.
- Η κυβέρνηση επιλέγει να στηρίζει την «επενδυτική αγορά ακινήτων», αλλά όχι το δικαίωμα των πολιτών στη στέγη.
Το αποτέλεσμα είναι μια πόλη που γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη για εργαζόμενους, συνταξιούχους και νέες οικογένειες, οι οποίοι εξωθούνται είτε στην υπερχρέωση είτε στην εγκατάλειψη των μεγάλων αστικών κέντρων.
Η «ανάπτυξη» τους δεν χωρά τους εργαζόμενους, τους νέους και τους συνταξιούχους.
Η εικόνα μιας οικονομίας που τάχα μου «πηγαίνει καλά» καταρρέει όταν ένας εργαζόμενος αδυνατεί να καλύψει ακόμη και τις στοιχειώδεις ανάγκες του. Η ανάπτυξη που στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς, πανάκριβα ενοίκια και φορολογική πίεση, δεν είναι κοινωνική πρόοδος. Είναι αναδιανομή πλούτου υπέρ των λίγων.
Η στεγαστική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιδόματα-ασπιρίνες και επικοινωνιακές εξαγγελίες, αλλά με ουσιαστικά υπερ του κοινωνικού συνόλου.
Απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις, όπως:
- Αύξηση του κατώτατου μισθού, ώστε οι αμοιβές να ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος ζωής.
- Υποχρεωτικός συνυπολογισμός του κόστους στέγασης στον καθορισμό του κατώτατου μισθού.
- Δημιουργία ισχυρού δημόσιου προγράμματος κοινωνικής κατοικίας με αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων. Επαναλειτουργία του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ).
- Θέσπιση πλαφόν στις υπερβολικές αυξήσεις ενοικίων και αυστηρός έλεγχος της αγοράς.
- Ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων ώστε να προστατευθεί η μόνιμη κατοικία.
- Φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες και προσιτές μισθώσεις σε εργαζόμενους και νέους.
Η στέγη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν για λίγους. Είναι κοινωνικό αγαθό και βασικό δικαίωμα για όλους.