
Ακριβότερη έγινε από την 1η Απριλίου 2026 η εξαγορά πλασματικών ετών ασφάλισης, καθώς η αύξηση του κατώτατου μισθού ανεβάζει και το σχετικό κόστος για όσους ασφαλισμένους υπολογίζουν την εξαγορά με βάση τις κατώτατες αποδοχές.
Το νέο κόστος διαμορφώνεται στα 184 ευρώ τον μήνα, αυξημένο κατά 8 ευρώ σε σχέση με πριν. Σε ετήσια βάση, η εξαγορά φτάνει πλέον τα 2.208 ευρώ, ενώ για την αναγνώριση τριών πλασματικών ετών το συνολικό ποσό ανέρχεται σε 6.624 ευρώ.
Η εξέλιξη συνδέεται με το γεγονός ότι η εξαγορά πλασματικού χρόνου υπολογίζεται στο 20% του μισθού του ασφαλισμένου κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Έτσι, μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ, αυξάνεται αντίστοιχα και το ελάχιστο ποσό που πρέπει να καταβληθεί.
Η αναγνώριση πλασματικών ετών παραμένει κρίσιμο εργαλείο για πολλούς ασφαλισμένους, καθώς μπορεί να τους επιτρέψει να συμπληρώσουν τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης και να βγουν νωρίτερα στη σύνταξη. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, σημαντικό ποσοστό ασφαλισμένων καταφεύγει στην εξαγορά, κυρίως για να θεμελιώσει δικαίωμα στο Δημόσιο ή για να συμπληρώσει τα 40 έτη ασφάλισης που απαιτούνται για συνταξιοδότηση στα 62.
Η έξοδος στη σύνταξη στα 62 μπορεί να επιτευχθεί από ασφαλισμένους που έχουν ήδη περίπου 33-34 χρόνια πραγματικής ασφάλισης και μπορούν, μέσω εξαγοράς πλασματικών ετών, να φτάσουν συνολικά τα 40 χρόνια.
Ωστόσο, η εξαγορά δεν είναι πάντα συμφέρουσα. Αποτελεί οικονομικά σημαντική απόφαση και πρέπει να εξετάζεται με βάση το αν οδηγεί σε άμεση θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή σε ουσιαστική αύξηση του τελικού ποσού της σύνταξης.
Πιο συμφέρουσα θεωρείται για όσους βρίσκονται κοντά στα 40 χρόνια ασφάλισης, καθώς μπορεί να τους επιτρέψει να αποχωρήσουν έως και 7 έως 9 χρόνια νωρίτερα. Επιπλέον, μετά τα 30 χρόνια ασφάλισης, τα ποσοστά αναπλήρωσης είναι υψηλότερα, κάτι που μπορεί να ενισχύσει το τελικό ποσό της σύνταξης.
Αντίθετα, χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή όταν η εξαγορά δεν οδηγεί σε άμεση έξοδο ή όταν ο ασφαλισμένος απέχει αρκετά από τη συμπλήρωση της 40ετίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κόστος μπορεί να είναι υψηλό χωρίς άμεσο συνταξιοδοτικό όφελος.
Στα βασικά είδη πλασματικού χρόνου που μπορούν να αναγνωριστούν περιλαμβάνονται η στρατιωτική θητεία, οι σπουδές, τα τέκνα, καθώς και ο χρόνος επιδοτούμενης ανεργίας και επιδοτούμενης ασθένειας.
Ο χρόνος επιδοτούμενης ανεργίας και ασθένειας αναγνωρίζεται δωρεάν, όμως δεν υπολογίζεται στο ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης. Χρησιμοποιείται μόνο για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και των συνολικών χρόνων που απαιτούνται για την εθνική σύνταξη.