
Ο λεγόμενος «κοινωνικός τουρισμός» που παρουσιάζει η κυβέρνηση ως κοινωνική πολιτική, στην πραγματικότητα αποτελεί ακόμη μία περίπτωση κοροϊδίας σε βάρος των συνταξιούχων και των χαμηλόμισθων.
Η ίδια η διαδικασία συμμετοχής λειτουργεί αποτρεπτικά. Η πλατφόρμα είναι συχνά δυσλειτουργική, με συνεχείς καθυστερήσεις, τεχνικά προβλήματα και αδυναμία πρόσβασης για χιλιάδες δικαιούχους. Ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι, που δεν διαθέτουν ψηφιακές δεξιότητες ή πρόσβαση σε υποστήριξη, βρίσκονται ουσιαστικά αποκλεισμένοι από την αρχή. Το λεγόμενο «ψηφιακό κράτος» μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό αποκλεισμού αντί για διευκόλυνση.
Ακόμη και για όσους καταφέρνουν να υποβάλουν αίτηση, τα εμπόδια παραμένουν: περιορισμένες θέσεις, αυστηρά και συχνά άδικα κριτήρια, χαμηλές επιδοτήσεις και σημαντική ίδια συμμετοχή. Στην πράξη, πολλοί καλούνται να πληρώσουν από την τσέπη τους ποσά που δεν διαθέτουν, ειδικά όταν ήδη δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει λίγες ημέρες διακοπών ως «παροχή», ενώ οι συνταξιούχοι βλέπουν τις συντάξεις τους να εξανεμίζονται λόγω της ακρίβειας σε τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα και στέγη. Πρόκειται για μια πολιτική που επιλέγει τα επιδόματα-ψίχουλα και τα επικοινωνιακά μέτρα αντί της ουσιαστικής ενίσχυσης του εισοδήματος.
Η πραγματικότητα είναι ότι χωρίς αξιοπρεπείς συντάξεις, ο «κοινωνικός τουρισμός» δεν αποτελεί δικαίωμα, αλλά προνόμιο για λίγους και επικοινωνιακό άλλοθι για την κυβέρνηση.
Αντί για τέτοια μέτρα βιτρίνας, απαιτούνται:
- Ουσιαστικές αυξήσεις στις συντάξεις
- Επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης
- Σταθερά μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας
- Πραγματική πρόσβαση όλων σε κοινωνικές παροχές, χωρίς ψηφιακούς και οικονομικούς αποκλεισμούς
Όταν η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολη, η κοροϊδία δεν μπορεί να βαφτίζεται κοινωνική πολιτική.