
Του Δημήτρη Κατσορίδα*
Αναδημοσίευση από: https://www.efsyn.gr
Τα συνδικάτα πρέπει να τοποθετήσουν το ζήτημα του πολέμου στο κέντρο της δράσης τους. Να ξαναχτίσουν ένα μαζικό, διεθνιστικό αντιπολεμικό ρεύμα. Η υπεράσπιση της ειρήνης δεν είναι απλώς ένα σύνθημα. Είναι πεδίο σύγκρουσης. Είναι μέρος της ίδιας της πάλης για ζωή με αξιοπρέπεια.
Ψάχνοντας τη βιβλιοθήκη μου, βρήκα κάτι διαφορετικό από αυτά που έψαχνα. Ηταν ένα ξεχασμένο βιβλίο της ΚΕΣΟΕ (Κίνηση Ειρήνης Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Ελλάδος), που περιλάμβανε τα πρακτικά της Β΄ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψής της, η οποία έγινε στις 11 Ιανουαρίου 1992. Το βιβλίο εκδόθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η έμφαση που έδιναν τότε τα συνδικάτα στα ζητήματα ειρήνης, σε σχέση με σήμερα που τα ζητήματα αυτά έχουν υποβαθμιστεί από τη συνδικαλιστική ατζέντα, την ίδια στιγμή που τα τύμπανα του πολέμου ηχούν.
Η Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΚΕΣΟΕ είχε πραγματοποιηθεί τρία χρόνια πριν, στις 8 και 9 Οκτωβρίου 1988. Είχε προηγηθεί η ίδρυση, το 1983, της Πανεργατικής Κίνησης για την Ειρήνη και τον Αφοπλισμό, η οποία αποτελούσε συνέχεια της παράδοσης του προδικτατορικού κινήματος ειρήνης. Ολες αυτές οι προσπάθειες αποτύπωναν ένα συνδικαλιστικό κίνημα που κατανοούσε ότι η ειρήνη δεν είναι «εξωτερική πολιτική», αλλά όρος επιβίωσης για τον κόσμο της εργασίας.
Στην ΚΕΣΟΕ εκπροσωπούνταν όλες οι τάσεις του συνδικαλιστικού κινήματος μέσα από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του ιδιωτικού, δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ είχε σχέσεις και με άλλα κινήματα ειρήνης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στη Διακήρυξη Αρχών έλεγε τα εξής: «[…] εκφράζουμε την ομόφωνη και αμετάκλητη απόφασή μας να αγωνιστούμε επίμονα και να αφιερώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για την αποτροπή του πυρηνικού πολέμου που απειλεί τον πολιτισμό και τη ζωή με πλήρη καταστροφή […] Θα επιδιώξουμε την ενεργοποίηση ΟΛΩΝ των εργαζομένων κατά των εξοπλισμών μέχρι τον πλήρη αφοπλισμό και τη στροφή της οικονομίας σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο σε ειρηνική-παραγωγική αναπτυξιακή κατεύθυνση […]
»Προϋπόθεση για την κατοχύρωση της ειρήνης και της εθνικής ανεξαρτησίας είναι η απομάκρυνση των ξένων βάσεων από τη χώρα μας, την περιοχή και τον κόσμο ολόκληρο. […] Οι περιφερειακές συγκρούσεις, ενώ συσσωρεύουν κέρδη για τις βιομηχανίες όπλων, έχουν σαν αποτέλεσμα βασικά δικαιώματα ανθρώπων να παραβιάζονται. Υποστηρίζουμε ότι οι περιφερειακές συγκρούσεις πρέπει να διευθετηθούν με ειρηνικά μέσα και με την παρέμβαση των Ηνωμένων Εθνών» (σελ. 15-16).
Από τότε μέχρι σήμερα έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Η υποχώρηση είναι εμφανής. Το αντιπολεμικό κίνημα δυσκολεύεται να ακουστεί και είναι σε υποχώρηση. Οι κινήσεις ειρήνης των δεκαετιών του 1970 και του 1980 είναι σκιά τους εαυτού τους ή δεν υπάρχουν. Οι διαδοχικές ήττες έχουν φέρει κόπωση στα κοινωνικά κινήματα. Οι κοινωνίες έχουν μετατοπιστεί σε πιο συντηρητικές και φοβικές κατευθύνσεις. Ο πόλεμος έχει κανονικοποιηθεί και έχει γίνει μόνιμο και συνηθισμένο χαρακτηριστικό στις οθόνες μας. Εξοικειωνόμαστε με αυτόν, ενώ μας φαντάζει απόμακρος.
Να, όμως, που χτυπά και την πόρτα μας. Ουκρανία, Γάζα, Λίβανος, Συρία, Κουρδιστάν, Υεμένη, Ιράν, Κούβα, Βενεζουέλα, Ανατολική Μεσόγειος και Κύπρος είναι μερικές από τις εστίες ανάφλεξης ή που κινδυνεύουν με ανάφλεξη. Παράλληλα, η πολεμική οικονομία αρχίζει ήδη να μεταφράζεται σε αύξηση του κόστους ενέργειας και μεταφορών, που θα επηρεάσει για ακόμα μία φορά το κόστος ζωής των «από κάτω». Και τα συνδικάτα τι κάνουν για όλα αυτά; Εξακολουθούν να διανύουν μια μακρά και παρατεταμένη κρίση εκπροσώπησης του κόσμου της μισθωτής εργασίας και περιορίζονται σε αμυντικούς και αποσπασματικούς αγώνες.
Ομως, η σχέση πολέμου και κοινωνικής πολιτικής είναι απολύτως συναφής. Σε περιόδους διεθνών εντάσεων και πολέμων, οι κυβερνήσεις δίνουν προτεραιότητα στις στρατιωτικές δαπάνες σε βάρος των κοινωνικών παροχών, των μισθών και των εργασιακών δικαιωμάτων. Ενας πόλεμος αποδιοργανώνει τα παραγωγικά συστήματα, αυξάνει την ακρίβεια, δημιουργεί ανεργία, εξανεμίζει τους μισθούς, επιταχύνει την οικολογική καταστροφή και πολλαπλασιάζει τις προσφυγικές ροές. Αντίθετα, σε συνθήκες ειρήνης, οι πόροι μπορούν να κατευθυνθούν στην υγεία, στην εκπαίδευση, στις υποδομές, στην κοινωνική προστασία, στους μισθούς, στην προστασία του περιβάλλοντος.
Υπό αυτή την έννοια, οι αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για καλύτερους μισθούς και ειρήνη είναι αλληλένδετοι. Είναι δύο όψεις της ίδιας προσπάθειας. Γι’ αυτό και ιστορικά, τα εργατικά κινήματα και τα συνδικάτα αντιτάχθηκαν στους πολέμους. Οχι μόνο για λόγους ανθρωπιστικούς, αλλά γιατί γνώριζαν ότι οι πόλεμοι λειτουργούν καταστρεπτικά για τις κοινωνίες. Διότι, η διεκδίκηση μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης προϋποθέτει ένα σταθερό και ειρηνικό περιβάλλον. Οποτε τα εργατικά κινήματα δεν το έπραξαν, το πλήρωσαν με το αίμα τους.
Είναι σαφές: Για να διεκδικείς επαρκείς μισθούς, θα πρέπει να γίνεται σε βάρος των εξοπλισμών. Αν θες να μιλάς για δικαιώματα, αυτά δεν μπορούν να αναστέλλονται στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και της «εθνικής ασφάλειας». Και για να μπορείς να υπερασπιστείς την εργασία, δεν πρέπει οι εργαζόμενοι να μετατρέπονται σε αναλώσιμο υλικό πολέμου.
Οσον αφορά τη συγκρότηση ενός πλατιού αντιπολεμικού κινήματος, παρότι έχει δυσκολίες εξαιτίας όσων περιγράψαμε, είναι αναγκαίο αυτή η προσπάθεια να γίνει ορατή.
Αν τα συνδικάτα δεν θέλουν να δουν την εργατική τάξη να γίνεται τροφή για τα κανόνια, οφείλουν να ανιχνεύσουν τους τρόπους για την επάνοδο του εργατικού κινήματος στο προσκήνιο ως του μόνου ικανού, μαζί με τα άλλα κοινωνικά κινήματα, να αποτρέψει τους πολεμικούς κινδύνους. Κατά συνέπεια, τα συνδικάτα πρέπει να τοποθετήσουν το ζήτημα του πολέμου στο κέντρο της δράσης τους. Να σπάσουν τη σιωπή. Να ξαναχτίσουν ένα μαζικό, διεθνιστικό αντιπολεμικό ρεύμα. Η υπεράσπιση της ειρήνης δεν είναι κάτι έξω από τη συνδικαλιστική δράση. Δεν είναι απλώς ένα σύνθημα. Είναι πεδίο σύγκρουσης. Είναι μέρος της ίδιας της πάλης για ζωή με αξιοπρέπεια.
*Αντιπρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων ΙΝΕ ΓΣΕΕ