
Στο 5,5% του ΑΕΠ ανέρχεται η κρατική χρηματοδότηση για την υγεία, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη φτάνει το 7,5%, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν σημαντική απόκλιση και ενισχύουν την εικόνα πίεσης που καταγράφεται στο δημόσιο σύστημα υγείας.
Τα στοιχεία της στατιστικής αρχής επιβεβαιώνουν μια πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι πολίτες: η δημόσια χρηματοδότηση περιορίζεται, ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες αυξάνονται, μετατρέποντας την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας σε ζήτημα οικονομικής δυνατότητας.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η χρόνια υποχρηματοδότηση, η υποστελέχωση του ΕΣΥ και οι νεοφιλελεύρερες πολιτικές των κυβερνήσεων και ιδιαίτερα της σημερινής κυβέρνησης της ΝΔ. Με δημόσιες δαπάνες στο 5,5% του ΑΕΠ, το σύστημα δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες καθολικής κάλυψης. Η απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που και εκεί, τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζεται συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, δεν είναι απλώς αριθμητική, αναδεικνύει την κατάσταση του συστήματος υγείας της χώρας μας και τη μεγάλη επιβάρυνση των εργαζομένων και των συνταξιούχων.
Ταυτόχρονα, οι ιδιωτικές δαπάνες φτάνουν περίπου το 40% των συνολικών δαπανών υγείας, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το κόστος μετακυλίεται ολοένα και περισσότερο στους πολίτες, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν κενά του συστήματος με δικά τους έξοδα.
Στην πράξη, οι πολίτες αναγκάζονται να πληρώνουν για υπηρεσίες τόσο εντός όσο και εκτός του δημόσιου συστήματος, από επισκέψεις σε απογευματινά ιατρεία έως ιατρικές πράξεις. Διαμορφώνεται έτσι ένα περιβάλλον μιας πλήρους εμπορευματοποίησης της υγείας.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός συστήματος δύο ταχυτήτων: όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα εξασφαλίζουν ταχύτερη και καλύτερη πρόσβαση, ενώ ένα αυξανόμενο μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει δυσκολίες ή και αποκλεισμό. Εκτιμάται ότι πάνω από το 20% των πολιτών συναντά εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Ιδιαίτερα έντονα εμφανίζονται τα προβλήματα στην περιφέρεια, όπου παρατηρείται σημαντική υποστελέχωση. Νοσοκομεία και κέντρα υγείας αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, με βασική αιτία τις χαμηλές αποδοχές και τις εξοντωτικές συνθήκες εργασίας.
Η εξέλιξη αυτή οδηγεί, σταδιακά και σταθερά, σε μια νέα κατάσταση, όπου το δημόσιο σύστημα θα υπολειτουργεί και ο ιδιωτικός τομέας θα καλύπτει τα κενά με αντίστοιχο κόστος. Υπάρχει ορατός κίνδυνος το δημόσιο σύστημα να καταστεί συμπληρωματικό του ιδιωτικού.
Παράλληλα, συνεχίζεται η κοροϊδεία, από μεριάς της κυβέρνησης και του Υπουργείου Υγείας, με το να μιλάνε για βελτίωση του συστήματος, ενώ τα πραγματικά στοιχεία να δραματική δείχνουν επιδείνωση. Από τη μία πλευρά, τα δεδομένα καταδεικνύουν αύξηση της ιδιωτικής επιβάρυνσης και αποδυνάμωση του δημόσιου τομέα, ενώ από την άλλη διατυπώνονται εκτιμήσεις περί δήθεν εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης!
Σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση στην υγεία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα, η απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις επίσημες διαβεβαιώσεις φαίνεται να διευρύνεται.
Η απουσία οικογενειακού γιατρού ως κρίσιμο ζήτημα
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είναι η έλλειψη ενός λειτουργικού συστήματος οικογενειακού γιατρού. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο θεσμός αυτός αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τον ασθενή, λειτουργώντας ως φίλτρο και καθοδηγητής μέσα στο σύστημα υγείας. Στην Ελλάδα, ωστόσο, παραμένει ουσιαστικά ανενεργός.
Η απουσία αυτή οδηγεί τους πολίτες σε αναζήτηση υπηρεσιών, συχνά στον ιδιωτικό τομέα, ακόμη και για βασικές ανάγκες. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο για τους χρόνιους ασθενείς, οι οποίοι συχνά επιβαρύνονται οικονομικά ακόμη και για απλές διαδικασίες, όπως η συνταγογράφηση.
Η έλλειψη σταθερής πρωτοβάθμιας φροντίδας επιβαρύνει επίσης τα νοσοκομεία και τα τμήματα επειγόντων περιστατικών, τα οποία δέχονται περιστατικά που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εκτός νοσοκομείου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις, συμφόρηση και συνολική υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών.
Παράλληλα, η απουσία πρόληψης οδηγεί σε επιδείνωση ασθενειών που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν σε πρώιμο στάδιο, αυξάνοντας τόσο τον κίνδυνο για τους ασθενείς όσο και το κόστος για το σύστημα υγείας.
Η ενίσχυση του θεσμού του οικογενειακού γιατρού θα μπορούσε να μειώσει τις ιδιωτικές δαπάνες, να αποσυμφορήσει τα νοσοκομεία και να βελτιώσει την ασφάλεια και την ποιότητα φροντίδας. Η απουσία, λοιπόν, αυτής της δομής εντείνει τα προβλήματα και συμβάλλει στη μετάβαση προς ένα μοντέλο όπου η υγεία αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως υπηρεσία με οικονομικό αντίτιμο.
Η εικόνα αυτή του ΕΣΥ δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Η συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση και η μετακύλιση του κόστους στους πολίτες δεν αποτελούν φυσικό φαινόμενο, αλλά πολιτική επιλογή με συγκεκριμένες συνέπειες. Η ανάγκη για ένα ισχυρό, καθολικό και πραγματικά δημόσιο σύστημα υγείας καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ. Οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και όλος ο ελληνικός λαός, πρέπει να διεκδικήσουν ουσιαστικές αλλαγές, επαρκή χρηματοδότηση και ισότιμη πρόσβαση για όλους και να σταθούν απέναντι σε μια πορεία που διευρύνει τις ανισότητες και υπονομεύει ένα θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό.