
Το νέο σχέδιο του Υπουργείου Εργασίας για την ενίσχυση των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης παρουσιάζεται ως λύση για την αύξηση των μελλοντικών συντάξεων. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί ακόμη ένα βήμα μετατόπισης της ευθύνης από το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στον ίδιο τον εργαζόμενο.
Η κυβέρνηση μιλά για μια «επιπλέον σύνταξη» της τάξης των 200–300 ευρώ τον μήνα. Ωστόσο, αυτό το ποσό δεν είναι εγγυημένη παροχή. Εξαρτάται από τις εισφορές, τα χρόνια συμμετοχής και – κυρίως – από την πορεία των επενδύσεων των ταμείων. Δηλαδή, η σύνταξη συνδέεται άμεσα με τις διακυμάνσεις των αγορών και το ρίσκο των επενδυτικών επιλογών.
Τα επαγγελματικά ταμεία λειτουργούν με κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Οι εισφορές των εργαζομένων δεν χρηματοδοτούν άμεσα συντάξεις, αλλά επενδύονται σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Αυτό σημαίνει ότι το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να επηρεαστεί από οικονομικές κρίσεις, χρηματιστηριακές απώλειες ή κακές επενδυτικές επιλογές. Σε αντίθεση με τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, δεν υπάρχει ουσιαστική κρατική εγγύηση για το ύψος της παροχής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι συχνά λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις. Αντί να ενισχυθεί το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα ώστε να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συντάξεις για όλους, προωθείται η λογική της ατομικής αποταμίευσης και της ιδιωτικής διαχείρισης των εισφορών.
Τα φορολογικά κίνητρα που σχεδιάζονται για την ενίσχυση των επαγγελματικών ταμείων αποτελούν ουσιαστικά έμμεση επιδότηση αυτών των σχημάτων. Δημόσιοι πόροι αξιοποιούνται για τη στήριξη ενός θεσμού που μεταφέρει τον κίνδυνο από το κράτος και την κοινωνία στον εργαζόμενο.
Η αύξηση των περιουσιακών στοιχείων των επαγγελματικών ταμείων τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται ως απόδειξη επιτυχίας. Ωστόσο, τα κεφάλαια αυτά παραμένουν εκτεθειμένα στις διακυμάνσεις των αγορών. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι σε περιόδους οικονομικών κρίσεων τέτοια κεφαλαιοποιητικά σχήματα μπορεί να υποστούν σημαντικές απώλειες. Όλοι θυμόμαστε τα δομημένα ομόλογα, τις επενδύσεις στο χρηματηστήριο και το κούρεμα των αποθεματικών των ταμείων από την τρόικα και τις μνημονιακές κυβερνήσεις της χώρας μας.
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η δημιουργία «δεύτερων πυλώνων» ασφάλισης, αλλά η ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ένα σύστημα που εγγυάται αξιοπρεπείς συντάξεις, χωρίς να μετατρέπει το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση σε επενδυτικό προϊόν.
Η κοινωνική ασφάλιση δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους χρηματιστηρίου. Είναι κοινωνικό δικαίωμα και συλλογική κατάκτηση, όχι ατομικό στοίχημα στις αγορές.
Η κυβέρνηση μιλά για μια «επιπλέον σύνταξη» της τάξης των 200–300 ευρώ τον μήνα. Ωστόσο, αυτό το ποσό δεν είναι εγγυημένη παροχή. Εξαρτάται από τις εισφορές, τα χρόνια συμμετοχής και – κυρίως – από την πορεία των επενδύσεων των ταμείων. Δηλαδή, η σύνταξη συνδέεται άμεσα με τις διακυμάνσεις των αγορών και το ρίσκο των επενδυτικών επιλογών.
Τα επαγγελματικά ταμεία λειτουργούν με κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Οι εισφορές των εργαζομένων δεν χρηματοδοτούν άμεσα συντάξεις, αλλά επενδύονται σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Αυτό σημαίνει ότι το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να επηρεαστεί από οικονομικές κρίσεις, χρηματιστηριακές απώλειες ή κακές επενδυτικές επιλογές. Σε αντίθεση με τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, δεν υπάρχει ουσιαστική κρατική εγγύηση για το ύψος της παροχής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι συχνά λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις. Αντί να ενισχυθεί το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα ώστε να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συντάξεις για όλους, προωθείται η λογική της ατομικής αποταμίευσης και της ιδιωτικής διαχείρισης των εισφορών.
Τα φορολογικά κίνητρα που σχεδιάζονται για την ενίσχυση των επαγγελματικών ταμείων αποτελούν ουσιαστικά έμμεση επιδότηση αυτών των σχημάτων. Δημόσιοι πόροι αξιοποιούνται για τη στήριξη ενός θεσμού που μεταφέρει τον κίνδυνο από το κράτος και την κοινωνία στον εργαζόμενο.
Η αύξηση των περιουσιακών στοιχείων των επαγγελματικών ταμείων τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται ως απόδειξη επιτυχίας. Ωστόσο, τα κεφάλαια αυτά παραμένουν εκτεθειμένα στις διακυμάνσεις των αγορών. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι σε περιόδους οικονομικών κρίσεων τέτοια κεφαλαιοποιητικά σχήματα μπορεί να υποστούν σημαντικές απώλειες. Όλοι θυμόμαστε τα δομημένα ομόλογα, τις επενδύσεις στο χρηματηστήριο και το κούρεμα των αποθεματικών των ταμείων από την τρόικα και τις μνημονιακές κυβερνήσεις της χώρας μας.
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η δημιουργία «δεύτερων πυλώνων» ασφάλισης, αλλά η ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ένα σύστημα που εγγυάται αξιοπρεπείς συντάξεις, χωρίς να μετατρέπει το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση σε επενδυτικό προϊόν.
Η κοινωνική ασφάλιση δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους χρηματιστηρίου. Είναι κοινωνικό δικαίωμα και συλλογική κατάκτηση, όχι ατομικό στοίχημα στις αγορές.