Όχι στην αύξηση αλλά στη μείωση των χρόνων εργασίας και των ορίων συνταξιοδότησης

 Λαϊκή - 👉Πραγματοποιήθηκε με μεγάλη συμμετοχή την Δευτέρα 12 Ιανουαρίου  στην αίθουσα του ΤΕΕ, Νίκης 4 η προγραμματισμένη από την Πρωτοβουλία για  την συγκρότηση Ενωτικής Αγωνιστικής Κίνησης Συνταξιούχων η πρώτη σύσκεψη για

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, η υφυπουργός Εργασίας Άννα Ευθυμίου δήλωσε ότι με τις παρούσες συνθήκες δεν θα αυξηθούν τα όρια ηλικίας το 2027. Παραδέχθηκε, όμως, ότι ετοιμάζεται ειδική έκθεση, σχετικά με το προσδόκιμο ζωής, αλλά ότι η κυβέρνηση θεωρεί ότι υπάρχει επαρκές «μαξιλάρι» για να αποφευχθεί αύξηση το 2027.

Υπενθυμίζεται ότι η σύνδεση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής έχει θεσπιστεί από τη δεκαετία του 2010 (Ν. 3863/2010) και ενισχύθηκε από μεταγενέστερους νόμους (π.χ. Ν. 4336/2015). Η βασική ιδέα είναι ότι αν το μέσο προσδόκιμο ζωής των ατόμων άνω των 65 ετών αυξηθεί, τότε τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα πρέπει να αυξάνονται αντίστοιχα ώστε να διατηρείται μια σταθερή σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου σύνταξης.

Η δήλωση ότι δεν θα υπάρξει αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης το 2027, όπως προβλέπεται από τις μνημονιακές διατάξεις με βάση το προσδόκιμο ζωής, αλλά ότι το ζήτημα θα επανεξεταστεί το 2030, αποτελεί πολιτική επιλογή με σαφείς κοινωνικές επιπτώσεις στους εργαζόμενους. Ωστόσο, το ζήτημα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως χρονική μετάθεση ενός μέτρου. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα συνεχίσει να αποδέχεται τη λογική διαρκούς επιμήκυνσης του εργασιακού βίου ή αν θα ανοίξει συζήτηση για τη μείωση του χρόνου εργασίας και των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.

Η αυτόματη σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής αγνοεί κρίσιμες παραμέτρους: τις ανισότητες στην υγεία, τη φθορά από βαριά και απαιτητικά επαγγέλματα, καθώς και τις ριζικές αλλαγές που συντελούνται στην παραγωγή. Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, της ψηφιοποίησης και της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγική διαδικασία και στις υπηρεσίες έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι παράγεται περισσότερος πλούτος σε λιγότερο χρόνο.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν το ασφαλιστικό σύστημα «αντέχει» μια μη αύξηση των ορίων ηλικίας το 2027, αλλά πώς κατανέμεται η υπεραξία που παράγεται. Αν η αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται αποκλειστικά σε ενίσχυση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, η κοινωνική ανισότητα θα διευρύνεται. Αντίθετα, ένα μέρος αυτής της υπεραξίας πρέπει να επιστρέφει στους εργαζόμενους, τόσο μέσω καλύτερων μισθών όσο και μέσω μείωσης του χρόνου εργασίας.

Η συζήτηση για το 2030 πρέπει, επομένως, να μην περιοριστεί στο αν θα αυξηθούν ή όχι τα όρια ηλικίας, αλλά να μετατοπιστεί σε μια στρατηγική σταδιακής μείωσης των ωρών και των ημερών εργασίας, χωρίς μείωση, αλλά με αύξηση – των αποδοχών. Μια τέτοια κατεύθυνση μπορεί να συμβάλει στη μείωση της ανεργίας, μέσω της αναδιανομής της εργασίας, αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Σε μια εποχή που η τεχνολογία επιτρέπει την παραγωγή περισσότερου πλούτου με λιγότερη ανθρώπινη εργασία, η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί να μετριέται με το πόσα περισσότερα χρόνια θα εργάζεται κανείς, αλλά με το πώς διασφαλίζεται αξιοπρεπής εργασία, επαρκές εισόδημα και περισσότερος ελεύθερος χρόνος για όλους.

أحدث أقدم