Συνταξιούχοι δύο ταχυτήτων

syntaxiouhoi - syntaxeis
Της Λένας Κυριακίδη (Αναδημοσίευση από https://www.efsyn.gr)

Πλαφόν… 790 ευρώ καθαρά για τους περισσότερους στον ιδιωτικό τομέα και περίπου 1.400 ευρώ στο Δημόσιο απέφερε ο υπολογισμός των νέων συντάξεων μετά το 2022 με βάση τις αποδοχές του συνόλου του εργασιακού βίου.

Mε συντάξεις δύο ταχυτήτων μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα και αυξήσεις που δεν φτάνουν ούτε για καφέ συνεχίζεται η φτωχοποίηση για την πλειονότητα των δικαιούχων, όπως προκύπτει από τα τελευταία επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας.

Μόνο 18 ευρώ ήταν κατά μέσο όρο οι πολυδιαφημισμένες αυξήσεις στις συντάξιμες αποδοχές τον Ιανουάριο μετά την αναπροσαρμογή κατά 2,4% για το 2026. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ενιαίου Συστήματος Ελέγχου και Πληρωμών της ΗΔΙΚΑ «Ηλιος» για τον Ιανουάριο, η μέση κύρια σύνταξη για τα σχεδόν 2 εκατομμύρια συνταξιούχων διαμορφώθηκε στα 865,58 ευρώ μεικτά, από τα 847 ευρώ του προηγούμενου μήνα, υπολειπόμενη ακόμα του κατώτατου μισθού.

Οταν πάνω από μισό εκατομμύριο από αυτούς ζουν με έως 700 ευρώ μεικτά τον μήνα, σχεδόν οι μισοί με έως 1.000 ευρώ και το 75% με 1.500 ευρώ, ήτοι 658, 940 και 1.410 καθαρά, αντίστοιχα, μάλλον το αρμόδιο υπουργείο δεν μπορεί να κομπάζει για την ενίσχυση των περήφανων γηρατειών με τη μείωση της προσωπικής διαφοράς στο μισό φέτος. 

Μεγάλο χάσμα

Λόγω των χαμηλών εισοδημάτων, της διάβρωσης της αγοραστικής τους δύναμης από τη συσσωρευμένη ακρίβεια και των ανελέητων περικοπών των μνημονίων οι συνταξιουχικές οργανώσεις επιμένουν στην πλήρη κατάργηση της «διαφοράς» που πλήττει εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους άμεσα, αντί για το 2027, στη μείωση ή κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης στις επικουρικές, στην αναπροσαρμογή της εισφοράς αλληλεγγύης στις κύριες και τον περιορισμό της εισφοράς υγείας 6%.

Στο μεταξύ δεν γεφυρώνεται, αντίθετα, φαίνεται να διευρύνεται η «ψαλίδα», σε ποσοστό της τάξης του 46%, ανάμεσα στους συνταξιούχους του ΕΦΚΑ και του Δημοσίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μηνιαία εισροή νέων συντάξεων, την καταβολή του ποσού των συντάξεων και των αναδρομικών ανά φορέα κοινωνικής ασφάλισης, για τον περασμένο Ιανουάριο, η δαπάνη για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα ανήλθε κατά μέσο όρο στα 789 ευρώ και για τους συνταξιούχους του Δημοσίου ο μέσος όρος δαπάνης ανήλθε σε 1.468 ευρώ.

Τη μεγάλη απόκλιση όλη την προηγούμενη χρονιά αποτυπώνει νέα καταγραφή της Ενωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ). Από το 37%, δηλαδή 450 ευρώ, τον Φεβρουάριο του 2025 η διαφορά έφτασε στο 44% και τα 620 ευρώ πριν αυξηθεί κι άλλο.

Ο πρόεδρος της ΕΝΥΠΕΚ, καθηγητής Αλέξης Μητρόπουλος, τονίζει πως ο ιδιαίτερα υψηλός μέσος όρος της διαφοράς στο 41,68% το 2025 αντιτίθεται στην αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, αφού πρόκειται για ομοειδείς κατηγορίες πολιτών, και πως το ύψος των καινούργιων συντάξεων, κυρίως αυτών που χορηγήθηκαν μετά το 2022, βυθίστηκε από τα εξής:

το «πάγωμα» των αυξήσεων στους μισθούς κατά τη διάρκεια των μνημονίων και των τριετιών για την περίοδο 2012-2023,

● την κατάργηση αρκετών επιδομάτων και τη μη χορήγηση ακόμα και σήμερα των οικογενειακών επιδομάτων στους νέους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα μετά το 2012,

την αδρανοποίηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που καλύπτουν ακόμη μόνο το 20% των μισθών,

την εφαρμογή από τον ΟΜΕΔ όλα τα προηγούμενα χρόνια των περιοριστικών μνημονιακών πολιτικών στους μισθούς και

την επιλογή χαμηλών εισφορών από ελεύθερους επαγγελματίες-αγρότες λόγω της τεκμαρτής φορολόγησης και της κατ’ έτος αύξησης των ασφαλιστικών τους εισφορών.

Πριν και μετά

Σύμφωνα με τον κ. Μητρόπουλο, η «ρήτρα Κατρούγκαλου», δηλαδή ο υπολογισμός της σύνταξης με βάση τον μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών ολόκληρου του εργασιακού βίου, αποτελεί τη βασική αιτία για τη φτωχοποίηση των νέων συνταξιούχων, μετά τον Μάιο του 2016, ενώ ο νόμος Βρούτση 4670/2020, διατηρώντας τον νόμο Κατρούγκαλου 4387/2016, ενίσχυσε τις απώλειες της ανταποδοτικής σύνταξης με βάση τις αποδοχές του συνόλου του εργασιακού βίου.

Ο καθηγητής προβλέπει πως από εδώ και στο εξής δυσχεραίνει περαιτέρω η συνταξιοδότηση για χιλιάδες ασφαλισμένους, επειδή πολλοί δεν θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος για σύνταξη, δηλαδή 15 έτη ασφάλισης, και το 67ο έτος ηλικίας. «Από την αρνητική αυτή εξέλιξη πλήττονται κυρίως οι γυναίκες ασφαλισμένες. Οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις που ίσχυαν για δεκαετίες τούς παρείχαν την ευκαιρία και την ασφάλεια του συνδυασμού του βιοπορισμού και της μέριμνας για την οικογένεια», εκτιμά.

أحدث أقدم