
Μείωση των ορίων συνταξιοδότησης και των χρόνων εργασίας. Αύξηση των συντάξεων και καθιέρωση κατώτατης σύνταξης.
Το άρθρο παρουσιάζει την εργασία των συνταξιούχων σχεδόν ως success story, αποσιωπώντας την κοινωνική αποτυχία που κρύβεται πίσω από τους αριθμούς. Το γεγονός ότι πάνω από 200.000 συνταξιούχοι αναγκάζονται να επιστρέψουν ή να παραμείνουν στην αγορά εργασίας δεν αποτελεί λόγο πανηγυρισμού, αλλά ηχηρή ένδειξη ότι οι συντάξεις δεν επαρκούν για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Κανείς δεν δουλεύει από χόμπι στα 67, 70 ή 75 του, αλλά επειδή δεν τα βγάζει πέρα.
Η κατάργηση της περικοπής δεν έλυσε το πρόβλημα, απλώς νομιμοποίησε την ανάγκη. Το κράτος εισπράττει «καθαρά έσοδα» από τον ειδικό πόρο και τις εισφορές, ενώ οι συνταξιούχοι συνεχίζουν να εργάζονται σε συνθήκες συχνά επισφαλείς, υποκαθιστώντας θέσεις που θα μπορούσαν να καλυφθούν από ανέργους και νέους εργαζόμενους. Αντί να μειώνεται η ανεργία, διαιωνίζεται ένας φαύλος κύκλος χαμηλών μισθών, επισφαλούς εργασίας και συντάξεων πείνας.
Η συζήτηση δεν πρέπει να είναι πώς «αξιοποιούνται» οι συνταξιούχοι, αλλά γιατί το κοινωνικό κράτος αδυνατεί να τους εξασφαλίσει αξιοπρεπές εισόδημα μετά από δεκαετίες δουλειάς και εισφορών. Η εργασία στην τρίτη ηλικία οφείλει να είναι επιλογή, όχι ανάγκη. Όσο αυτό δεν ισχύει, κάθε αναφορά σε «οφέλη» και «κίνητρα» δεν είναι παρά ωραιοποίηση μιας βαθιάς κοινωνικής αδικίας.