
Σε φάση «διαβούλευσης» εισέρχεται η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού για το 2026, μετά την πρόσκληση της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης προς τους λεγόμενους «κοινωνικούς εταίρους» και τους επιστημονικούς φορείς. Πρόκειται για μια διαδικασία που επαναβεβαιώνει ότι ο κατώτατος μισθός εξακολουθεί να καθορίζεται διοικητικά από την εκάστοτε κυβέρνηση, μακριά από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις των εργαζομένων.
Η Επιτροπή Διαβούλευσης, με ίσο αριθμό εκπροσώπων εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και η Επιστημονική Επιτροπή εμπειρογνωμόνων που ορίζονται από κρατικούς φορείς, καταθέτουν υπομνήματα τα οποία τελικά συνεκτιμώνται από την κυβέρνηση. Ο ρόλος των εργαζομένων, όμως, παραμένει συμβουλευτικός και όχι αποφασιστικός, ενώ απουσιάζει πλήρως η διαδικασία της πραγματικής συλλογικής διαπραγμάτευσης.
Τα πορίσματα των επιτροπών και οι σχετικές εκθέσεις καταλήγουν στο ΚΕΠΕ και, εν τέλει, η τελική απόφαση λαμβάνεται με εισήγηση της υπουργού Εργασίας στο υπουργικό συμβούλιο.
Με αυτόν τον τρόπο, ο κατώτατος μισθός μετατρέπεται σε εργαλείο μακροοικονομικής διαχείρισης και «αντοχών της οικονομίας», και όχι σε αποτέλεσμα της πάλης των εργαζομένων για αξιοπρεπείς μισθούς και ζωή.
Σήμερα, ο κατώτατος μισθός ανέρχεται στα 880 ευρώ, ποσό που απέχει σημαντικά από το πραγματικό κόστος ζωής, ιδιαίτερα σε συνθήκες ακρίβειας και διαρκούς συμπίεσης του εργατικού εισοδήματος. Η εξίσωση του εισαγωγικού μισθού στο Δημόσιο με τον κατώτατο του ιδιωτικού τομέα δεν αναιρεί το γεγονός ότι ολόκληρη η μισθολογική πολιτική ευθυγραμμίζεται προς τα κάτω, με βάση τον κρατικό καθορισμό και όχι τις ανάγκες των εργαζομένων.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο νέος μηχανισμός που προγραμματίζεται να εφαρμοστεί από το 2028, όπου η αύξηση του κατώτατου μισθού θα συνδέεται με δείκτες πληθωρισμού και παραγωγικότητας. Έτσι, ο μισθός παύει να αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης και μετατρέπεται σε αριθμητικό αποτέλεσμα τύπων, που διασφαλίζουν την ανταγωνιστικότητα της κερδοφορίας του κεφαλαίου και όχι την κάλυψη των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.
Απέναντι σε αυτήν την πολιτική, αναδεικνύεται ως αναγκαία και επίκαιρη η διεκδίκηση ο κατώτατος μισθός να καθορίζεται μέσα από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Μια σύμβαση που θα αποτυπώνει τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης, θα αποτελεί προϊόν της συλλογικής πάλης των εργαζομένων και θα συνδέει τους μισθούς με τις ανάγκες τους και όχι με τους δημοσιονομικούς στόχους και τις επιταγές της αγοράς.