«Θα είναι σαν να έχουμε συλλογικές συμβάσεις, αλλά δεν θα έχουμε!»
Η συγγραφή του βιβλίου ολοκληρώθηκε στο τέλος του καλοκαιριού, τρεις μήνες πριν τη σύναψη της Κοινωνικής Συμφωνίας της 26ης Νοεμβρίου 2025. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να έχει κανείς μαντικές ικανότητες ή να καταφεύγει σε χρησμούς. Το μέλλον των συλλογικών εργατικών δικαιωμάτων διαγράφεται από καιρό με μεγάλη ευκρίνεια.
Η ιδεολογική στόχευση της επισπεύδουσας δύναμης είναι προφανής: η επιβολή μιας συνθήκης παρατεταμένης κοινωνικής ειρήνης, όχι διά της δικαιοσύνης αλλά διά της πυγμής, όχι διά της συναίνεσης αλλά διά της επιβολής. Με συνδικαλιστική αφωνία, κινηματική νηνεμία και πολιτική σιωπή. Χωρίς διεκδικήσεις και αμφισβητήσεις της αγιότητας των επιστημονικών δεδομένων και της αυθεντίας των αριθμών. Ενδεχομένως με μικρή ποσοστιαία αύξηση του εξαιρετικά χαμηλού σήμερα ποσοστού κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις, αλλά με ζητούμενο το περιεχόμενο τους όσον αφορά τα μισθολογικά και τα θεσμικά ζητήματα.
Θα διενεργούνται συλλογικές διαπραγματεύσεις αλλά ανελεύθερες, εφόσον το ισχυρό μέρος θα επιβάλει με άνεση τους δικούς του όρους. Το αδύναμο μέρος δεν θα μπορεί ούτε να απεργήσει ούτε να συνδικαλιστεί ελεύθερα για να πιέσει κάπως για τις δικές του διεκδικήσεις. Οι αποδοχές, και δη οι κατώτατες, ενδεχομένως να υπολογίζονται με όριο την ακραία φτώχεια, αλλά όλες οι υπόλοιπες παράμετροι της εργασιακής σχέσης (προφανώς και με οικονομικό αντίκτυπο) θα αποδομούνται σε ένα ατέρμονο σπιράλ απορρύθμισης των ατομικών όρων εργασίας δια της νομοθετικής οδού.
Ορισμένα από τα ισχυρά ή μαζικά συνδικάτα θα συμμετέχουν σε διαδικασίες κατ’ ευφημισμό «διαλόγου» με παρεπόμενη συνέπεια την καθιέρωση συνδικάτων-εταίρων με επαγγελματίες συνδικαλιστές, αλλά χωρίς συνδικαλισμένους και χωρίς ζωντανές διαδικασίες άμεσης εσωτερικής δημοκρατίας.
Τα ζητήματα αυτά για το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού εξετάζει το νέο βιβλίο του Απόστολου Καψάλη με τίτλο «Κρίση αδιεξόδου; Για το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού» το οποίο είναι πλέον διαθέσιμο ηλεκτρονικά και σε έντυπη μορφή ΕΔΩ
Από την περιθωριοποίηση στον δυϊσμό των συνδικάτων
Συνέντευξη του συγγραφέα του βιβλίου, Αποστόλη Καψάλη στην Λένα Κυριακίδη
Ο συγγραφέας, εργατολόγος και επίκουρος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, Απόστολος Καψάλης, μιλά για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού με αφορμή το νέο του βιβλίο και την ημερίδα υπό τον τίτλο: «Κρίση αδιεξόδου;»
Ενα πανόραμα για την ιστορική διαδρομή και το τέλος εποχής του ελληνικού συνδικαλισμού αποτελεί το νέο βιβλίο του Απόστολου Καψάλη «Κρίση αδιεξόδου; Για το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού». Ο συγγραφέας, εργατολόγος και επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου εξετάζει μέσα από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές το υπομελετημένο φαινόμενο αναδεικνύοντας επείγουσες προκλήσεις, όπως η εσωτερική αναδιοργάνωση των συλλογικών οργανώσεων, για την άμυνα των εργαζομένων μέσα σε ένα δυστοπικό τοπίο στο οποίο οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας φτάνουν να λειτουργούν ως μέσο απορρύθμισης της εργασίας.
Ακρωτηριασμός της συλλογικής αυτονομίας, απώλεια θεσμικών εργαλείων παρέμβασης, εξατομίκευση της εργασιακής σχέσης, επικράτηση συναινετικών χαρακτηριστικών και ιδεολογική μετάλλαξη, έλλειμμα ηγεσίας και αυτοκριτικής, ορισμένα από τα μείζονα προβλήματα που αναλύονται στο εξαιρετικό πόνημα, σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνεται η τάση γενίκευσης της φτωχοποίησης των μισθωτών και αυταρχικοποίησης των χώρων δουλειάς. Με αφορμή την έκδοση το Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ και το Εργαστήριο Κοινωνικής Πολιτικής διοργανώνουν την ερχόμενη Πέμπτη (5 μ.μ., Πάντειο) μια άκρως επίκαιρη ημερίδα με το ίδιο θέμα και ομιλητές τους καθηγητές Χρ. Καρακιουλάφη, Γ. Κουζή, Σ. Σεφεριάδη και τους συνδικαλιστές Β. Πετρόπουλο, Μ. Ρέντζιο, Δ. Τοσονίδου, Ν. Φωτόπουλο.
● Πώς η νέα κρίση των συνδικάτων από τις πολιτικές λιτότητας και τα αντεργατικά μέτρα (2010-2025) διαφοροποιείται από τις προηγούμενες περιόδους;
Ισως τελικά να μην πρόκειται κυριολεκτικά για «νέα» κρίση, αλλά για την επικύρωση και μάλλον επιδείνωση χρονιζουσών παθογενειών που καταγράφονται δύο τουλάχιστον δεκαετίες πριν από τα μνημόνια. Οι αδυναμίες αυτές, πολλές αντικειμενικές, κυρίως όμως υποκειμενικές, αφαίρεσαν από τα συνδικάτα τη δυνατότητα της αποτελεσματικής άμυνας απέναντι στον νεοφιλελεύθερο τυφώνα, παρά τη σημαντική και συχνά ηρωική αντίστασή τους στις πολιτικές λιτότητας.
Σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη περίοδο της δεκαετίας του 2000 η διαφοροποίηση θα μπορούσε σχηματικά να αποτυπωθεί ως εξής: ενώ αμέσως πριν από τη μεγάλη ύφεση η σχετική συζήτηση επικέντρωνε ιδίως στην υπερίσχυση του συναινετικού μοντέλου διευθέτησης των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο ενός κοινωνιακού κορπορατισμού, το μείζον πρόβλημα έδειχνε να είναι οι διαφορετικές ταχύτητες απασχόλησης και συνάμα συνδικαλιστικής προστασίας και μοιραία το μεγάλο εύρος των outsiders - εκτός των τειχών της συνδικαλιστικής οργάνωσης: ευέλικτα απασχολούμενοι. Την τελευταία δεκαπενταετία, μετά την υπαναχώρηση κράτους και εργοδοσίας από το συναινετικό μοντέλο, η απορρύθμιση της εργασίας και η συνδικαλιστική υποχώρηση πλήττουν πλέον εξίσου και τους insiders, ωστόσο, παραδόξως, δεν αναβιώνουν στοιχεία συγκρουσιακής συνδικαλιστικής δράσης ούτε απόπειρες αναζωογόνησης των οργανώσεων σε νέες, ευρύτερες κοινωνικές βάσεις.
● Γιατί η ευρωστία των συλλογικών συμβάσεων πριν από το 2010 δεν παρέπεμπε σε αντίστοιχη κατάσταση των οργανώσεων; Εκτιμάτε ότι το νέο πλαίσιο των ΣΣΕ θα φέρει νέα στροφή απορρύθμισης;
Ακριβώς αυτό το συναινετικό μοντέλο ρύθμισης των όρων εργασίας έως το 2010 για μια μερίδα μόνο των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα νοθεύει συνολικότερα την αυθεντική εργατική δουλειά, διευκολύνει την αναρρίχηση «επαγγελματιών» της συλλογικής διαπραγμάτευσης, ενισχύει φαινόμενα συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και εν τέλει απομακρύνει μεγάλο αριθμό εργαζομένων από τα συνδικάτα.
Υπεύθυνη για αυτή την κατάσταση είναι ώς έναν βαθμό και η απορρέουσα ενίσχυση μιας λογικής ανάθεσης που καλλιεργείται -μεταξύ άλλων- και από την εγγυητική παρέμβαση του κράτους σε διάφορα επίπεδα του εργατικού-κοινωνικού ανταγωνισμού μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και διοικητικής επέκτασης των κεκτημένων της συλλογικής σύμβασης, νοθεύοντας το προαπαιτούμενο της μαζικής και ενεργούς συμμετοχής σε δομές και διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας και κυρίως σε δράσεις συγκρουσιακού χαρακτήρα. Ακριβώς επειδή στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης της νέας οδηγίας για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς η «αποκατάσταση» της καθημαγμένης συλλογικής αυτονομίας προβλέπεται να γίνει με αρκετή δόση κρατικής κηδεμονίας συνοδευόμενης από αυτοματοποιημένη και αλγοριθμοποιημένη διευθέτηση των όρων αμοιβής, μάλλον αναμένεται η επίταση της περιθωριοποίησης του συνδικαλισμού παρά η αναβάθμιση του ρόλου και της αξιοπιστίας του.
● Εξετάζοντας τα σενάρια της κοινωνιολόγου Jelle Visser για το μέλλον των συνδικάτων αναφέρετε πως στην Ελλάδα συντελούνται ήδη δύο: περιθωριοποίηση και δυϊσμός. Ποιο θεωρείτε πλέον επικρατέστερο;
Υπό τις υπάρχουσες συνθήκες αποθεσμοποίησης της συνδικαλιστικής δράσης και μειωμένης αξιοπιστίας και μαζικότητας των συνδικάτων το μέλλον δεν προδιαγράφεται ευοίωνο. Από τα τέσσερα σενάρια της τυπολογίας της Visser ως προς τις προοπτικές του συνδικαλισμού σε βάθος μιας γενιάς το φαινόμενο της περιθωριοποίησης παρατηρείται ήδη πολύ έντονο και με τάσεις ενίσχυσης στο άμεσο μέλλον.
Συγκεκριμένα με αφορμή την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας για τους κατώτατους μισθούς θα υιοθετηθούν ρυθμίσεις και διαδικασίες νόθευσης ακόμη και της αυθεντικής συλλογικής διαπραγμάτευσης, με ενίσχυση εν τέλει του ρόλου των αντιπάλων της εργασίας στο πλαίσιο καινοτόμων ρυθμίσεων τύποις ενίσχυσης της δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς αλλά επί της ουσίας εδραίωσης ενός αυταρχικού μοντέλου διακυβέρνησης (και) της εργασίας. Και ενώ τα συνδικάτα δεν κινδυνεύουν προσώρας να υποκατασταθούν από άλλες δομές (συλλογικής ή μη) εκπροσώπησης των εργατικών διεκδικήσεων, πιθανότατα θα επιλέξουν μια στρατηγική εσωστρέφειας-επιβίωσης, δηλαδή δυϊσμού, με έμφαση δηλαδή στις ήδη ενταγμένες ή «προστατευμένες» ζώνες της μισθωτής εργασίας πίσω από τη βιτρίνα μιας παραπειστικής αναζωογόνησης. Δεν αποκλείεται να παραπέμπει συχνά σε παραπληρωματικές προτεραιότητες ευρύτερου πολιτικού ή κοινωνικού ενδιαφέροντος, όχι σε αυτές τις αυθεντικής εργατικής δουλειάς στη βάση.
● Γιατί τα νέα από την άνοδο της Αριστεράς στα συνδικάτα δεν είναι απαραίτητα θετικά, μετά και την περίοδο καταστροφής του εργατικού κόσμου από την κυβερνητική Αριστερά στην Ελλάδα - και άλλες χώρες;
Μια σημαντική αιτία -από τις πολλές- για την εκλογική και δημοσκοπική άνοδο των συντηρητικών δυνάμεων και δη της Ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη -αλλά και εκτός αυτής- είναι η υποπροτεραιοποίηση του εργατικού ζητήματος από την Αριστερά και η απογοήτευση των χαμηλότερων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας, που με τη σειρά τους της γυρνούν την πλάτη. Αυτό το εργασιακό ΤΙΝΑ, δηλαδή η απουσία έμπρακτης αμφισβήτησης της νομοτέλειας ενός αυταρχικού και υπερευέλικτου εργασιακού καθεστώτος σε χώρες όπως η Ελλάδα, συνοδεύεται από στροφή στον δικαιωματισμό που -αν και απαραίτητη προφανώς- μετατοπίζει προοδευτικά το βάρος της πολιτικής δουλειάς της Αριστεράς από τους εργαζόμενους στους απόκληρους. Σε αυτό το περιβάλλον η ενίσχυση δυνάμεων της Αριστεράς στα συνδικάτα μόνο θετικά μπορεί να αποτιμηθεί, ιδίως όταν πρόκειται για παρατάξεις και συσπειρώσεις με ταξική αναφορά.
Ωστόσο, η τάση αυτή συνοδεύεται από υψηλό βαθμό αυτο-αναφορικότητας, από έλλειψη κουλτούρας ιδεολογικών συγκλίσεων και προγραμματικών συνεργασιών. Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να ενισχύονται αδιατάρακτα πολλές παθογένειες, όπως ιδίως η κομματικοποίηση και η συρρίκνωση της οικονομικής ανεξαρτησίας των συνδικάτων σε μια συνθήκη εν γένει άρσης της εμπιστοσύνης των εργαζομένων προς αυτά. Οι εμφύλιες διαμάχες για την εκλογική κυριαρχία στο εσωτερικό ενός κινήματος σε βαθιά υποχώρηση απογοητεύουν και αποστρατεύουν μεγάλο αριθμό συνδικαλισμένων και μη, ιδίως μικρότερων ηλικιών. Για να είναι λοιπόν χαρμόσυνα τα πρόσφατα καλά νέα χρειάζεται σίγουρα επανεκκίνηση του συνδικαλισμού με όρους στρατηγικών συμμαχιών και ενιαιομετωπικών σχημάτων. Ιδού η Ρόδος…
Είναι η κρίση του συνδικαλισμού αδιέξοδη;
Άρθρο του Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη* στην efsyn
Για το βιβλίο του Απόστολου Καψάλη «Κρίση αδιεξόδου; Για το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού» (Αθήνα: Rosa Luxemburg Stiftung)
Το βιβλίο του Απόστολου Καψάλη είναι εξαιρετικά σημαντικό –και έχει νόημα να επισημανθεί από την αρχή το ερωτηματικό στο τέλος του τίτλου του. Υποδηλοί ότι μπορεί η κρίση αυτή να είναι πράγματι αδιέξοδη, μπορεί όμως και όχι: ένα στοιχείο που μας καλεί σε βιωματική εγρήγορση, που την αποκαλώ έτσι ‒βιωματική‒ διότι, αν επιβεβαιωθεί το δυστοπικό σενάριο (από όσα περιγράφονται στο τελευταίο μέρος του βιβλίου), τότε, σε μιαν επόμενη περίοδο, μπορεί και να μην έχουμε καν τη δυνατότητα να συζητούμε. Θα πρόκειται για μια δυστοπία ολοκληρωτική, απευκταία με όλη τη σημασία της λέξης.
Το βιβλίο είναι ευσύνοπτο (158 σελίδες), είναι όμως ‒ταυτόχρονα‒ και ιδιαίτερα περιεκτικό: περιγράφει και επεξηγεί συμπεριληπτικά τη δυσάρεστη πραγματικότητα που βιώνουμε, με τρόπο που δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για έλλογη παρέμβαση, το στοιχείο που, όπως συχνά λέω, αποτελεί και το ειδοποιό γνώρισμα της πραγματικά επιστημονικής ματιάς. Κατά τούτο, ειδικά σήμερα που διολισθαίνουμε σε μια σιωπηρή αποδοχή, σε μια φυσικοποιημένη κανονικοποίηση της εργατικής επισφάλειας, το βιβλίο έρχεται να ταράξει λιμνάζοντα νερά σε πλειάδα συγκοινωνούντων πεδίων και προβληματικών: ερευνητικά, προφανώς συνδικαλιστικά αλλά και πολιτικά (που είναι ίσως και η μεγαλύτερη συμβολή του).
Το γνωστικό εύρος του βιβλίου υπερβαίνει, λοιπόν, κατά πολύ το φυσικό του μέγεθος, όμως στοιχείο που δεσπόζει και το χαρακτηρίζει, είναι η ποιότητα της ανάλυσης. Αυτό γίνεται σαφές ήδη από την αρχή, από την ευσύνοπτη ιστορική περιοδολόγηση του εργατικού κινήματος, όπου αποδίδεται γλαφυρά η «δύσκολη ενηλικίωση» του ελληνικού συνδικαλισμού, που πάντοτε επιβαρυνόταν από δομικές παθογένειες: έναν συνδυασμό, αφενός, της κρατικής κατασταλτικότητας που επέτεινε τον οργανωτικό κατακερματισμό (δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, από την ανάδυσή του, ως και τη Μεταπολίτευση, το πραγματικό, το μη εργοδοτικό εργατικό κίνημα βρισκόταν υπό διαρκή διωγμό) και, αφετέρου, της κρατικής ανάμειξης στην εσωτερική ζωή των συνδικάτων. Στους ανασταλτικούς παράγοντες θα πρόσθετα και εσωτερικές, πολιτικές και οργανωτικές αστοχίες του ίδιου του εργατικού κινήματος, όμως πρόκειται για διάσταση που ο συγγραφέας αναδεικνύει στο κυρίως σώμα του βιβλίου.
Είχαμε βέβαια στη συνέχεια τη Μεταπολίτευση (με ορόσημο τον 1264 του 1982), όμως αυτή η -ας την αποκαλέσουμε- «θεσμική αποκατάσταση» ήταν και αυτή εν πολλοίς «δανεική» από το κράτος: με τα συνδικάτα να μετατρέπονται σταδιακά σε κόμβους ενός πελατειακού δικτύου που διαπραγματεύονταν μεν καλύτερες αμοιβές και συνθήκες για τους «εντός των τειχών», άφηνε όμως εκτός εκπροσώπησης τους πολυάριθμους «εκτός».
Σε κάθε περίπτωση, ήταν μια περίοδος που ο λεγόμενος κοινωνικός εταιρισμός ‒όταν, όπου, και όπως εμφανίστηκε‒ μάλλον λειτούργησε ως υπνωτικό που άφησε τα συνδικάτα ανοχύρωτα απέναντι στον τυφώνα των Μνημονίων. Τα Μνημόνια αυτά ήταν πάντως πραγματική τομή ‒ ένα σημείο μηδέν, «μια χρονιά-ορόσημο στην εργατική ιστορία της Ελλάδας, [που ήταν] σαν να σταματά ο χρόνος» (σ. 15). Κι αυτό διότι δεν ενείχε μόνο εξελίξεις όπως την κατάργηση της μετενέργειας, την κυριαρχία των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών και τη βίαιη μείωση του κατώτατου μισθού, ενείχε κυρίως μια στρατηγική επιλογή αποδυνάμωσης του συνδικαλιστικού υποκειμένου.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο Καψάλης χαρτογραφεί με εντυπωσιακή ακρίβεια το ζοφερό παρόν της εργασίας στην Ελλάδα. Μέσα από πλήθος στατιστικών στοιχείων, αποδομεί εντελώς το αφήγημα της «ανάπτυξης» και της «μείωσης της ανεργίας» που τόσο καταιγιστικά (όσο και προσβλητικά) μας προβάλλεται, και αποκαλύπτει την ακριβώς αντίθετη πραγματικότητα: το ότι η Ελλάδα είναι ουραγός της Ευρώπης σε όλους τους κρίσιμους δείκτες: σε μισθούς, σε αγοραστική δύναμη, σε ποιότητα εργασίας: το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πολιτών που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, την ώρα που είναι οι πιο «σκληρά εργαζόμενοι» στην ΕΕ, με τις περισσότερες ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Εξίσου δραματική είναι και η κατάρρευση της κάλυψης από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, η οποία από το 100% της περιόδου πριν τα Μνημόνια, έχει πέσει σε μονοψήφια ποσοστά στον ιδιωτικό τομέα, μετατρέποντας την Ελλάδα σε χώρα εξατομικευμένων εργασιακών σχέσεων.
Εξαιρετικό σημείο του βιβλίου που θέλω να τονίσω είναι η νομική και πολιτική ανάλυση της θεσμικής θωράκισης αυτής της γενικευμένης απορρύθμισης. Ο συγγραφέας δεν μένει, δηλαδή, σε μιαν επιφανειακή παράθεση νόμων, αλλά εμβαθύνει στο πώς ακριβώς οι νομοθετικές παρεμβάσεις από το 2010 και μετά –ειδικά οι νόμοι Χατζηδάκη και Γεωργιάδη– λειτούργησαν ως εργαλεία για τον κυριολεκτικό «ακρωτηριασμό της συλλογικής αυτονομίας». Αναδεικνύεται εδώ γλαφυρά ο ρόλος των «ενώσεων προσώπων» ως μηχανισμού για την υπογραφή επιχειρησιακών συμβάσεων, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από εργοδοτικές «αυτοσυμβάσεις» για τη μείωση μισθών.
Στο πλαίσιο αυτό εισάγεται και αναλύεται η έννοια του «λιτοταυταρχισμού»: ένα πλήρες, στρατηγικά επεξεργασμένο μοντέλο διακυβέρνησης όπου η μόνιμη λιτότητα επιβάλλεται με αυταρχικά μέσα, καταργώντας στην πράξη τον κοινωνικό διάλογο και την ‒ούτως ή άλλως ελλιπή‒ δημοκρατία στους χώρους δουλειάς. Στις νέες περιστάσεις, η λιτότητα δεν είναι πλέον προσωρινό μέτρο, αλλά ένας μόνιμος μηχανισμός ελέγχου μέσω της διαρκούς απειλής της απόλυσης και της φτώχειας, με το κράτος να παρεμποδίζει κάθε μορφή συλλογικής αντίδρασης μέσω της «τεχνοκρατικοποίησης» των εργασιακών σχέσεων ‒μια οπτική που παύει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα ως πολιτικά ζητήματα που ενέχουν σύγκρουση αντιτιθέμενων συμφερόντων, αλλά ως τεχνικές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η συνδικαλιστική δράση ποινικοποιείται, και το δικαίωμα στην απεργία ουσιαστικά καταργείται μέσω πλειάδας γραφειοκρατικών εμποδίων (πράγματα όπως το ΓΕΜΗΣΟΕ ‒το Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων, οι ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, και το προσωπικό ασφαλείας).
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι επίσης η κριτική που ασκείται στην πρόσφατη Ευρωπαϊκή Οδηγία για τους «επαρκείς κατώτατους μισθούς» όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται (αλλά όλες και όλοι ξέρουμε πόσο αστείρευτη είναι η ΕΕ σε ευφημισμούς). Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους πανηγυρισμούς περί «επιστροφής της Κοινωνικής Ευρώπης», ο Καψάλης βλέπει πίσω από τις διακηρύξεις όχι επάρκεια (όπως και αν επιλέγαμε να την προσδιορίσουμε) αλλά νέες «αυταρχικές καινοτομίες»: το γεγονός ότι, ειδικά όπως ενσωματώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν. 5163/2024, η Οδηγία κινδυνεύει να νομιμοποιήσει έναν κρατικό πατερναλισμό, όπου ο μισθός καθορίζεται από αλγόριθμους και κυβερνητικές αποφάσεις, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τα συνδικάτα και τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Το βιβλίο στέκεται επισταμένα ‒ήδη από την Εισαγωγή‒ και σε ζητήματα που άπτονται του τρόπου με τον οποίο το νέο περιβάλλον επιδρά στην ψυχολογία των εργαζομένων, καθ’ οδόν προς την ανάδυση της οπτικής της «ατομικής ευθύνης» ‒εξέλιξη που κυοφορεί και μιαν επικίνδυνη κρίση ταυτότητας. Στα βασικά της στοιχεία συγκαταλέγεται ο διαβόητος «επιχειρηματίας εαυτός», όπου ο εργαζόμενος εκπαιδεύεται να βλέπει τον εαυτό του ως μικρή επιχείρηση που πρέπει να επενδύει διαρκώς σε δεξιότητες. Αυτό, βέβαια, οδηγεί στην εξατομίκευση: αν αποτύχεις, φταις εσύ, τα ελλιπή σου προσόντα, όχι το σύστημα. Είναι φανερό ότι στο πλαίσιο αυτό, η ανάγκη για συνδικαλισμό υποχωρεί, η λύση οφείλει να αναζητηθεί στην ατομική ανέλιξη. Η πάλαι ποτέ «γενιά των 700 ευρώ» (που πλέον είναι η γενιά της ελαστικής απασχόλησης) παύει έτσι να έχει οργανική σχέση με τα παραδοσιακά σωματεία.
Ας το σκεφτούμε: ας αναλογιστούμε ότι για έναν εργαζόμενο σε πλατφόρμα (delivery) ή έναν freelancer, το συνδικάτο όπως σήμερα λειτουργεί φαντάζει οργανισμός από το παρελθόν που αδυνατεί να κατανοήσει την καθημερινότητά του/της. (Γι’ αυτό βέβαια δεν φταίει ούτε ο επισφαλώς εργαζόμενος ούτε οι εν γένει συνθήκες, φταίει το γραφειοκρατικοποιημένο συνδικάτο ‒αλλά στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω.) Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω δημιουργούν μια πραγματικότητα «διπλού εργατικού κόσμου»: από τη μια, οι φθίνοντες εργαζόμενοι με σχετικά σταθερές σχέσεις, και από την άλλη, η μάζα των νέων, των γυναικών και των μεταναστών που βρίσκονται εκτός των τειχών της ΓΣΕΕ και των μεγάλων ομοσπονδιών.
Πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι το βιβλίο δεν αρκείται στην ανάλυση, την αξιοποιεί προκειμένου να μιλήσει και για τις ευθύνες των ίδιων των συνδικάτων αλλά και της Αριστεράς. Ο Καψάλης ασκεί κριτική στον «εταιρικό συνδικαλισμό», τον εθισμένο στην κρατική χρηματοδότηση και τον γραφειοκρατικό εναγκαλισμό, που έχει χάσει την επαφή του με τη βάση και τις νέες μορφές εργασίας (την εργασία της ευελιξίας, την εργασία στις πλατφόρμες, την εργασία των μεταναστών). Καυτηριάζει επίσης τη λογική της «ανάθεσης» που έτεινε να κυριαρχήσει την περίοδο ’12-’15, όταν το κίνημα περίμενε τη λύση από την κυβερνητική αλλαγή, οδηγούμενο τελικά σε απογοήτευση και αδράνεια.
Κρίσιμη είναι ακόμη η κριτική στην εν γένει Αριστερά για το γεγονός ότι, ενώ ‒πολύ σωστά‒ υπερασπίζεται ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, έχει υποβαθμίσει την κεντρικότητα της εργασίας και της ταξικής πάλης, αφήνοντας χώρο στην Ακροδεξιά να απευθυνθεί στα λαϊκά στρώματα. Πρόκειται για εξαιρετικά κρίσιμο σημείο που ξέρω καλά πόσο πολύ απασχολεί τον συγγραφέα, μια και το έχει επισταμένα θίξει σε παρουσιάσεις του στο διαρκές σεμινάριο του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής.
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αποτολμά τη διατύπωση σεναρίων για το μέλλον, αξιοποιώντας το σχήμα του Jelle Visser (στο πρόσφατο ‘Will they Rise Again?’), το οποίο αναφέρεται σε 4 σενάρια. Ο Καψάλης διαχειρίζεται το σχήμα ευφάνταστα και συνθετικά προκειμένου να εισφέρει προβληματισμό στη βάση πλήθους στοιχείων και υποστηρικτικών επιχειρημάτων. Το συμπέρασμα είναι μάλλον μελαγχολικό: το πιθανότερο σενάριο για τον ελληνικό συνδικαλισμό είναι ένας συνδυασμός «περιθωριοποίησης» και «δυϊσμού» ‒συρρίκνωσης δηλαδή της επιρροής των συνδικάτων και εγκλωβισμού τους στην εκπροσώπηση μόνο των insiders του δημοσίου και των μεγάλων επιχειρήσεων, αφήνοντας απροστάτευτη τη μεγάλη μάζα των επισφαλών ‒μια εκδοχή που προφανώς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με υποκατάσταση ή αντικατάσταση των συνδικάτων από advocacy groups, ΜΚΟ, ή ιδιωτικά γραφεία παροχής νομικών υπηρεσιών.
Όμως το βιβλίο δεν κλείνει απαισιόδοξα ‒δεν έχουμε κάποιο αναπόφευκτο «τέλος των συνδικάτων», δεν υφίσταται (και δεν μπορεί ποτέ να υφίσταται) κάποια τέτοιου τύπου νομοτέλεια. Τα ζοφερά σενάρια είναι πιθανά, όμως ασφαλώς και μπορούν να διαψευστούν, με την προϋπόθεση ενός ριζικού επανασχεδιασμού, μιας «επανεφεύρεσης» του συνδικαλισμού που θα βασίζεται:
• στην ταξική ανεξαρτησία,
• στην οικονομική αυτοτέλεια,
• στην ενότητα στη δράση και
• στο άνοιγμα σε νέες μορφές εργασίας και τα κοινωνικά κινήματα.
Είναι η λογική του κινηματικού συνδικαλισμού που την έχω κι εγώ αναδείξει σε κείμενα ήδη από τη δεκαετία του ’90. Με μια κουβέντα, τα συνδικάτα πρέπει να βγουν από τα γραφεία, να οργανώσουν τους επισφαλείς, να χρησιμοποιήσουν νέες τεχνολογίες, και να συνδέσουν την εργασία με άλλα ζητήματα (περιβάλλον, έμφυλη βία, στέγαση).
Αν όμως εννοούν πραγματικά αυτό που διακηρύττουν πρέπει και να πολιτικοποιήσουν τον αγώνα τους. Στην εποχή του τρέχοντος συστημικού αδιεξόδου (διότι η κρίση δεν είναι παρένθεση, είναι κανονικότητα χωρίς επιστροφή), έχει τεράστια σημασία οι τρέχουσες διεκδικήσεις να συνομιλούν οργανικά και με το εγχείρημα της συστημικής υπέρβασης, αλλιώς ‒ακόμα και αν κρίνονται βραχυπρόθεσμα εφικτές‒ θα είναι, σε κάθε περίπτωση, μεσο-μακροπρόθεσμα ατελέσφορες. Συνάγεται ότι η μόνη πραγματικά ρεαλιστική απάντηση στον επελαύνοντα αυταρχισμό και τον κοινωνικό κανιβαλισμό που αυτός συνεπάγεται είναι ο εύρωστος κινηματικός συνδικαλισμός με πολιτικό περιεχόμενο που έμπρακτα θα οραματίζεται έναν άλλο κόσμο.
Αυτή είναι βέβαια μια δύσκολη απάντηση που, αν μη τι άλλο, δημιουργεί και τεράστιες ευθύνες σε όποιον την αποδέχεται. Έτοιμες συνταγές για την υλοποίησή της ασφαλώς δεν υπάρχουν, ξέρουμε όμως ότι προϋποθέτουν εσωτερική δημοκρατία και ευφάνταστες δράσεις με μετασχηματιστικό πολιτικό ορίζοντα ‒στοιχεία που θα είναι σε θέση να διαμορφώσουν μια νέα εργατική κουλτούρα ικανή να υπερβαίνει εθνικά σύνορα και παραδοσιακές ιεραρχίες.
Καταλήγοντας: το βιβλίο του Απόστολου Καψάλη είναι ένα «μανιφέστο αγωνίας» για το μέλλον. Υποστηρίζει ότι αν ο συνδικαλισμός δεν καταφέρει να γίνει ξανά η φωνή των «αόρατων» της εργασίας, τότε η «Κρίση Αδιεξόδου» θα μετατραπεί σε έναν οριστικό ενταφιασμό του κινήματος, αφήνοντας την εργασία έρμαιο στις πιο άγριες διαθέσεις του κεφαλαίου μέχρι το 2060 αλλά και πέρα από αυτό. Με την έννοια αυτή, έχουμε ένα βιβλίο-αναφορά για την κατανόηση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, που ξεχωρίζει όχι μόνο για την πληρότητα των στοιχείων που περιλαμβάνει και τη νομική οξύνοια της ανάλυσης, αλλά και για το πολιτικό του θάρρος, ενάντια στην ιδέα ότι η εργασιακή ζούγκλα είναι μονόδρομος. Καθώς βάζει επιτακτικά το αίτημα της εμβάθυνσης της δημοκρατίας (και αυτού που αποκαλώ «επέκταση του δημοκρατικού πεδίου») στο κέντρο του σύγχρονου προβληματισμού, είναι, εκτός από κραυγή αγωνίας και προειδοποίησης, και ένα κάλεσμα ελπιδοφόρας δράσης.
* Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης είναι Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, και Διευθυντής του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής (https://lcp.panteion.gr/)