Συντάξεις: Αυξάνονται κατά 1,5 έτος τα όρια ηλικίας από το 2030;

Συντάξεις τέλος στα 62 - Έρχεται σταδιακή αύξηση ορίων ηλικίας για τους  σημερινούς 55άρηδες - Dnews

Η συζήτηση για νέα αύξηση των ορίων ηλικίας από το 2030 παρουσιάζεται περίπου ως «φυσικό φαινόμενο», σαν να πρόκειται για κάτι αναπόφευκτο λόγω δημογραφικών δεικτών. Κι όμως, πρόκειται για βαθιά πολιτική επιλογή. Όσο εύκολα συνδέεται το προσδόκιμο ζωής με την παράταση του εργάσιμου βίου, τόσο αποσιωπάται η άλλη πλευρά της εξίσωσης: η εκρηκτική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας χάρη στην ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνολογίας και της αυτοματοποίησης.

Μας λένε ότι «βγήκαμε από τα μνημόνια», αλλά τα μνημονιακά όρια των 62 και 67 ετών, που θεσπίστηκαν με τον Νόμο 4336/2015, παραμένουν όχι μόνο άθικτα αλλά αποτελούν τη βάση για νέες αυξήσεις. Η ειρωνεία είναι προφανής: η λιτότητα μπορεί να «έληξε» στα χαρτιά, όμως η φιλοσοφία της – περισσότερα χρόνια δουλειάς, μικρότερες παροχές – συνεχίζεται κανονικά.

Αντί η τεχνολογική πρόοδος να μεταφράζεται σε μείωση του χρόνου εργασίας και χαμηλότερα όρια ηλικίας, αξιοποιείται ως επιχείρημα για το αντίθετο. Η κοινωνία παράγει περισσότερο πλούτο από ποτέ, όμως οι εργαζόμενοι καλούνται να εργάζονται περισσότερο και να λαμβάνουν αναλογικά λιγότερα. Η υπεραξία που παράγεται δεν επιστρέφει σε αυτούς με τη μορφή περισσότερου ελεύθερου χρόνου ή αξιοπρεπέστερης συνταξιοδότησης, αλλά στο μεγάλο κεφάλαιο και τους ολίγους.

Η πραγματική πρόοδος δεν μπορεί να μετριέται μόνο με δείκτες γήρανσης και προσδόκιμου ζωής. Πρέπει να μετριέται και με το αν οι άνθρωποι ζουν καλύτερα, αν εργάζονται λιγότερο και αν απολαμβάνουν έμπρακτα τα οφέλη της επιστημονικής και τεχνικής εξέλιξης. Διαφορετικά, κάθε νέα αύξηση ορίων ηλικίας δεν αποτελεί«αναγκαία προσαρμογή», αλλά διαιώνιση μιας πολιτικής που μεταθέτει το κόστος στις νεότερες γενιές.

Από το 2030 δρομολογείται αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, λόγω της επιδείνωσης βασικών δημογραφικών δεικτών. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Τα Νέα», οι αλλαγές θα επηρεάσουν κυρίως τους σημερινούς νέους, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται μεταξύ 20 και 25 ετών, οι οποίοι αναμένεται να βρεθούν αντιμέτωποι τόσο με υψηλότερα όρια ηλικίας όσο και με χαμηλότερες συντάξεις.

Με βάση πρόσφατη μελέτη της Αναλογιστικής Αρχής, τα ισχύοντα όρια των 62 και 67 ετών εκτιμάται ότι το 2030 θα αυξηθούν κατά περίπου 1,5 έτος.

Σήμερα τα όρια ηλικίας διαμορφώνονται σε δύο βασικές κατηγορίες:

Στα 62 έτη, με 40 έτη ασφάλισης (12.000 ένσημα).

Στα 67 έτη, με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης (4.500 ένσημα).

Πηγές του υπουργείου Εργασίας επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη για άμεση μεταβολή, τονίζοντας πως στο παρελθόν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σημαντικές αυξήσεις. Συγκεκριμένα, από 1/1/2013 τα όρια διαμορφώθηκαν στα 62 και 67 έτη, ενώ με τον Νόμο 4336/2015 αναπροσαρμόστηκαν και όλα τα ενδιάμεσα όρια ηλικίας.

Ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση αναφέρουν ότι οι αποφάσεις μετά το 2029 θα εξαρτηθούν από τρεις βασικούς δημογραφικούς δείκτες:

Δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων (65+) προς τον ενεργό πληθυσμό: εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 60% από 39% σήμερα.

Δείκτης γήρανσης: αντιστοιχούν 170 ηλικιωμένοι σε 100 άτομα εργάσιμης ηλικίας.

Δείκτης γονιμότητας: από 1,3 παιδιά το 2018 αυξήθηκε σε 1,5 το 2022, παραμένοντας κάτω από το όριο αναπλήρωσης (2,1).

Παράλληλα, το ισοζύγιο γεννήσεων–θανάτων παραμένει αρνητικό, με τη διαφορά να διπλασιάζεται μέσα σε πέντε χρόνια: από 33.856 άτομα το 2018 σε 64.706 το 2022.

Η σταδιακή αύξηση των γενικών ορίων συνταξιοδότησης μετά το 2030 θεωρείται ιδιαίτερα πιθανή. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ένα πιθανό μοντέλο για την Ελλάδα είναι η αναλογία 1 προς 1: για κάθε έτος αύξησης του προσδόκιμου ζωής, θα αυξάνεται κατά ένα έτος και το όριο ηλικίας. Εναλλακτικά, με αναλογία 1 προς 2/3 η αύξηση θα είναι 8 μήνες ανά έτος αύξησης του προσδόκιμου, ενώ με 1/3 η προσαρμογή θα περιορίζεται στους 4 μήνες για κάθε επιπλέον έτος ζωής.

Νεότερη Παλαιότερη